Ένα από τα χειρότερα ξεκινήματα έτους έζησαν φέτος οι χρηματιστηριακές αγορές σε όλο τον κόσμο. Το εναρκτήριο λάκτισμα δόθηκε από την αγορά της Κίνας, με την προηγούμενη Δευτέρα να χαρακτηρίζεται σαν μαύρη Δευτέρα αφού οι απώλειες ανήλθαν στο 7% για γενικό δείκτη του χρηματιστηρίου της Shanghai, συμπαρασύροντας σε πτώση όλες τις διεθνείς αγορές.

Η αφορμή για την μεγάλη πτώση δόθηκε με την ανακοίνωση χαμηλότερης τιμής στον δείκτη PMI για την μεταποίηση, γεγονός που μεταφράστηκε ως ένδειξη περαιτέρω αδυναμίας για την κινέζικη οικονομία. Οι έντονες ανησυχίες για την κινέζικη οικονομία  είχαν ξεκινήσει ήδη από το β’ εξάμηνο του 2015, όπου σημειώθηκε μεγάλη χρηματιστηριακή διόρθωση σε όλες τις αγορές.

Η πτώση στο κινέζικο χρηματιστήριο διογκώθηκε κατά την διάρκεια της εβδομάδος βοηθούμενη και από  κάποιους ιδιαίτερους τεχνικούς παράγοντες που ισχύουν στα εκεί χρηματιστήρια. Ειδικότερα όταν η πτώση στον δείκτη CSI 300  ανέλθει σε 5% διακόπτεται αυτόματα η διαπραγμάτευση για 15 λεπτά. Εφόσον κατά την επανέναρξη της συνεδρίασης η πτώση συνεχισθεί και φτάσει το 7%, η διαπραγμάτευση σταματάει οριστικά για την υπόλοιπη μέρα.

Οι μηχανισμοί αυτοί της αυτόματης διακοπής διαπραγμάτευσης, ενώ φτιάχτηκαν για να εξορθολογήσουν την πτώση, θεωρούνται υπεύθυνοι για την διόγκωση αυτής. Όταν η πτώση πλησιάζει το 4%, οι συναλλασσόμενοι φοβούνται μήπως κλείσει η αγορά και δεν προλάβουν να πουλήσουν και σπεύδουν να ρευστοποιήσουν με ανοικτές εντολές οδηγώντας στην βέβαιη διακοπή της συνεδρίασης.

Το ίδιο φαινόμενο επαναλαμβάνεται και μετά την επανέναρξη και έτσι σταματάει οριστικά η χρηματιστηριακή συνεδρίαση. Το φαινόμενο αυτό έλαβε χώρα δύο φορές μέσα στην προηγούμενη εβδομάδα και οι κινέζικες αρχές αναγκάστηκαν να οδηγηθούν στην κατάργηση των αυτόματων μηχανισμών διακοπής διαπραγμάτευσης.

Ανεξάρτητα από τα τεχνικά χαρακτηριστικά που βοήθησαν στην μεγέθυνση της πτώσης, το γεγονός είναι ότι η πορεία της κινέζικης οικονομίας θα είναι ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες για την πορεία των αγορών το 2016. Αιτία είναι η βαρύνουσα σημασία της κινέζικης οικονομίας στην παγκόσμια οικονομία και το ντόμινο εξελίξεων που προκαλεί. Μετά την μεγάλη κρίση του 2008, η Κίνα με τους διψήφιους ρυθμούς ανάπτυξης αποτέλεσε την ατμομηχανή της παγκόσμιας ανάπτυξης.

Η Κίνα αποτελεί πλέον το 15% του παγκόσμιου ΑΕΠ και είναι η δεύτερη σε μέγεθος οικονομία μετά τις Η.Π.Α.  Η Κίνα αποτελεί τον βασικό καταναλωτή των εξαγωγών των Η.Π.Α. αλλά και αρκετών χωρών της ευρωζώνης ενώ παράλληλα αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγέα πρώτων υλών παγκοσμίως. Ως εκ τούτου οι φόβοι για επιβράδυνση της κινέζικης οικονομίας πλήττουν άμεσα τις τιμές των εμπορευμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο χαλκός, ο οποίος σημείωσε απώλειες 25% το 2015.

Η πτώση των τιμών των εμπορευμάτων, ενώ εκ πρώτης όψεως ακούγεται θετικά, έχει αρκετές παράπλευρες απώλειες οι οποίες υπερσκελίζουν τις θετικές επιπτώσεις που προέρχονται από την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος. Καταρχήν πλήττονται σημαντικά οι αναδυόμενες οικονομίες που έχουν ισχυρή εξάρτηση από τις εξαγωγές εμπορευμάτων (Ρωσία, Βραζιλία, Σαουδική Αραβία, Αργεντινή κλπ). Πλήττονται επίσης οι πετρελαϊκές εταιρείες στις Η.Π.Α. και ιδιαίτερα όσες επένδυσαν στην εξόρυξη πετρελαίου με την μέθοδο του fracking, η οποία καθίσταται ασύμφορη στα τρέχοντα επίπεδα τιμών πετρελαίου. Και τέλος δυσκολεύεται η προσπάθεια κτυπήματος του αποπληθωρισμού και της δημιουργίας ξανά ήπιων πληθωριστικών πιέσεων στις ανεπτυγμένες οικονομίες.     

Το στοίχημα της κινέζικης οικονομίας είναι ο μετασχηματισμός της από μία καθαρή βιομηχανική χώρα με εξαγωγικό προσανατολισμό, σε μία οικονομία που θα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ιδιωτική κατανάλωση. Θα προσομοιάσει δηλαδή περισσότερο στις ανεπτυγμένες οικονομίες της δύσης. Το εγχείρημα αυτό είναι δύσκολο αλλά όχι ανέφικτο. Σημαντικό δε για την παγκόσμια οικονομία είναι η μετάβαση αυτή να γίνει ομαλά και να μην προηγηθεί μία απότομη κατάρρευση των ρυθμών ανάπτυξης.

Το βέβαιον πάντως είναι ότι οι προβολείς είναι και θα παραμείνουν στραμμένοι προς ανατολάς για αρκετό χρονικό διάστημα ακόμα.