Συνεχίστηκε η έντονη πτώση στο ελληνικό χρηματιστήριο στο ξεκίνημα του 2016. Κινητήριος μοχλός της πτώσης είναι η διόρθωση που λαμβάνει χώρα στις διεθνείς αγορές εν μέσω ανησυχιών για την πορεία της κινέζικης οικονομίας και την συνεχιζόμενη αδυναμία του πετρελαίου και των λοιπών εμπορευμάτων. Ήδη από την δεκαετία του ’90 οι αγορές λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία και η μεταξύ τους συσχέτιση έχει αυξηθεί σημαντικά.

Χαρακτηριστική είναι όμως η αδυναμία της αγοράς να ξεκολλήσει από το εύρος διακύμανσης μεταξύ 600-700 μονάδων μετά την επιτυχή έκβαση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Ενώ οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων παρουσίασαν σημαντική αποκλιμάκωση και προσέγγισαν τα επίπεδα του 2014, η χρηματιστηριακή αγορά εμφανίζεται δύσπιστη. Σαν κάτι να μην πιστεύει ή να περιμένει κάποια κακή είδηση. Και μην λησμονούμε ότι ήταν η αγορά που σημείωσε την χειρότερη απόδοση παγκοσμίως το 2015.

Παρά το αρνητικό ξεκίνημα, υπάρχουν οι εν δυνάμει καταλύτες που θα μπορούσαν να αντιστρέψουν την αρνητική πορεία και να ωθήσουν το ΧΑΑ σε θετικές αποδόσεις. Πρώτη και βασική προϋπόθεση είναι η διατήρηση του κλίματος πολιτικής σταθερότητας στη χώρα. Μετά από τρεις εκλογικές αναμετρήσεις το 2015 και την απειλή του grexit τόσο κοντά μας, είναι προφανές ότι η χώρα δεν αντέχει άλλες περιπέτειες στο κοντινό μέλλον.

Η υλοποίηση των μνημονιακών δεσμεύσεων και η ψήφιση των δύσκολων νομοσχεδίων για το ασφαλιστικό, την φορολόγηση των αγροτών και τα κόκκινα δάνεια αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις για να ξεκινήσει και να εξελιχθεί ομαλά η πρώτη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος. Η επιτυχής πρώτη αξιολόγηση ανοίγει τον δρόμο για μία σειρά θετικών εξελίξεων για την ελληνική οικονομία.

Ανοίγει ο δρόμος στην ΕΚΤ για το περίφημο waiver, με το οποίο θα δέχεται ξανά ως ενέχυρο ελληνικά ομόλογα για την χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών. Με τον τρόπο αυτό θα μειωθεί σημαντικά το κόστος χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών.

Η θετική αξιολόγηση οδηγεί στην έναρξη των διαπραγματεύσεων για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους και ανοίγει το δρόμο των αναβαθμίσεων της ελληνικής οικονομίας από τους οίκους αξιολόγησης. Οι αναβαθμίσεις χώρας συνοδεύονται συνήθως και από αναβαθμίσεις των εγχώριων τραπεζών, οδηγώντας έτσι τις ελληνικές τράπεζες πιο κοντά στην έξοδο τους στις διεθνείς αγορές για άντληση κεφαλαίων.

Εφόσον λάβουν χώρα όλα τα ανωτέρω, η ΕΚΤ δεν θα έχει πλέον καμία δικαιολογία να μην συμπεριλάβει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Το γεγονός αυτό θα ενισχύσει σημαντικά τις τιμές των ελληνικών ομολόγων, αποδυναμώνοντας παράλληλα τις αποδόσεις τους, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για έκδοση νέων σειρών ελληνικών ομολόγων από τις αγορές, με λογικό κόστος.

Η μείωση του αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων σημαίνει μείωση του ρίσκου χώρας για τους επενδυτές, συνεπώς μείωση του προεξοφλητικού επιτοκίου, και με τις άλλες παραμέτρους σταθερές δικαιολογεί αύξηση των αποτιμήσεων των ελληνικών μετοχών.

Σταθερότητα και συνέπεια στις δεσμεύσεις μας είναι τα απαραίτητα συστατικά που μπορεί να ενεργοποιήσουν μία σειρά από θετικές εξελίξεις στην ελληνική οικονομία και να οδηγήσουν το χρηματιστήριο σε μία χρονιά σημαντικών θετικών αποδόσεων.