Το βιβλίο  του Γ. Καραμπελιά παρουσιάζεται  στο Ηράκλειο την  Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016  στην αίθουσα Ανδρόγεω, οδός Ανδρόγεω 2 με φορέα τον Δήμο Ηρακλείου  στις 7 μμ.

Ομιλητές: Θεοχάρης Δετοράκης, ομ. καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης –
Νίκος Ψιλάκης, ιστορικός - συγγραφέας
και ο Γιώργος Καραμπελιάς.
Συντονιστής: Γιώργος Σαχίνης, δημοσιογράφος.

Το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά αποτελεί μια επιστημονική απάντηση στην εθνομηδενιστική ιστοριογραφία. Πράγματι κατά την ύστερη μεταπολίτευση,  και ιδιαίτερα μετά το 2000, στα πλαίσια ενός μιμητικού και παρασιτικού «εξευρωπαϊσμού», που κατέρρευσε με πάταγο το 2009, επιχειρήθηκε μια σταδιακή αλλά καθολική αναθεώρηση της νεοελληνικής ιστορίας, η οποία συνεχίζεται και σήμερα με επιταχυνόμενους ρυθμούς: Αφετηρία και θεμελιώδης επιδίωξη αυτής της νέας αφήγησης είναι η απόρριψη της συνέχειας του ελληνικού έθνους. Οι απαρχές της συγκρότησης του ελληνικού έθνους δεν τοποθετούνται πλέον στην αρχαιότητα, ούτε καν στο τέλος της βυζαντινής εποχής, αλλά στα τέλη του 18ου αιώνα ή, ακόμα και μετά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους!

Σύμφωνα με τους εθνοαποδομητές διανοουμένους, η συνείδηση των Ελλήνων πριν από την Επανάσταση ήταν απλώς «θρησκευτική», συνείδηση χωρίς εθνική διάσταση. Έτσι υποβαθμίζεται η ταύτιση της εθνικής συνείδησης με την Ορθοδοξία στη διάρκεια της τουρκοκρατίας και παράλληλα αποσιωπούνται οι αναρίθμητες εξεγέρσεις και επαναστάσεις  πριν από 21: η επανάσταση του μητροπολίτη Τρίκκης Διονυσίου το 1610, και κατ’ εξοχήν η πρώτη μεγάλη πανελλαδικών διαστάσεων επανάσταση των Ορλωφικών, στα 1770. Εξάλλου σε αυτήν έλαβαν μέρος και  οι Κρήτες με την επανάσταση του Δασκαλογιάννη, που περιγράφεται εκτενώς στο βιβλίο του Γ. Καραμπελιά.  

Για να απορρίψουν ακριβώς αυτή την πραγματικότητα, οι αποδομητές εμμένουν στην άποψη πως ο δυτικός Διαφωτισμός, υπήρξε το μοναδικό αποφασιστικό στοιχείο στη διαμόρφωση της ελληνικής επαναστατικής και εθνικής συνείδησης και πως η έννοια του έθνους ταυτίζεται με εκείνη του κράτους. Γι’ αυτό εξάλλου αναφέρονται και σε «κράτος- έθνος»,  και όχι σε «έθνος-κράτος», δηλαδή σύμφωνα με αυτή την αντίληψη είναι το κράτος που δημιούργησε το έθνος!

Ο Νίκος Σβορώνος είχε, πολύ ενωρίς, επισημάνει τον προκρούστειο χαρακτήρα της ταύτισης του έθνους και της εθνικής ιδέας με την αστική τάξη και, μέχρι το τέλος της ζωής του, επιχειρεί να καταδείξει ως η νεώτερη ελληνική εθνική συνείδηση έχει ήδη διαμορφωθεί από τον 11ο αιώνα και το Βυζάντιο, με τον Διγενή Ακρίτα και τη σύγκρουση με τον καθολικισμό και το Ισλάμ. Γράφει λοιπόν:

«Από τον 11ο αιώνα και μετά, ο μόνος λαός που αποτελεί την αυτοκρατορία είναι οι Έλληνες. Όλοι οι άλλοι έχουν ανεξαρτητοποιηθεί, [ ]. Η προσφορά της αστικής τάξης είναι για μένα η σύλληψη της επαναστατικής λύσης για το εθνικό ζήτημα· δεν την εξετέλεσε μόνη της, όμως την συνέλαβε. [  ] ορισμένες ιδέες, όπως η εθνική ιδέα, η γένεση της ιδέας της εθνότητας, ανεξαρτητοποιούνται από τις ταξικές εξελίξεις[3]. Είναι πρώτα απ’ όλα, τα διάφορα στάδια, τα διάφορα σχήματα, τα κακώς εννοούμενα, η θεωρία ότι η έννοια του έθνους γεννήθηκε από την αστική τάξη· η σύνδεση της αστικής τάξης είναι με την έννοια του εθνικού κράτους. Όχι με την έννοια του έθνους, που την έχουν διαμορφώσει πολύ πιο πριν οι διάφοροι λαοί.» (Βλ.  Νίκος Σβορώνος, «…Εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώρα…», στο Κ.Θ. Δημαράς, Νίκος Σβορώνος,

Η μέθοδος της ιστορίας (Συνεντεύξεις με τους Στέφανο Πεσμαζόγλου και Νίκο Αλιβιζάτο), Άγρα, Αθήνα 1995, σσ. 110, 117.)
Ίσως, όμως, πιο περιεκτικά και πιο εύστοχα από όλους, τόσο για τη φύση της Επανάστασης όσο και για το ζήτημα της συνέχειας του έθνους, είχε απαντήσει στο ερώτημα ο… Θεόδωρος Κολοκοτρώνης:

«Ἡ ἐπανάστασις ἡ ἐδικὴ μας δὲν ὁμοιάζει μὲ καμμιὰν ἀπ’ ὅσαις γίνονται τὴν σήμερον εἰς τὴν Εὐρώπην. Τῆς Εὐρώπης αἱ ἐπαναστάσεις ἐναντίον τῶν διοικήσεών των εἶναι ἐμφύλιος πόλεμος. Ὁ ἐδικὸς μας πόλεμος ἦτο ὁ πλέον δίκαιος, ἦτον ἔθνος μὲ ἄλλο ἔθνος. [ ] Μιὰν φοράν, ὅταν ἐπήραμεν τὸ Ναύπλιον, ἦλθεν ὁ Ἅμιλτον νὰ μὲ ἰδῇ· μοῦ εἶπε ὅτι: πρέπει οἱ Ἕλληνες νὰ ζητήσουν συμβιβασμόν, καὶ ἡ Ἀγγλία νὰ μεσιτεύσῃ· ἐγὼ τοῦ ἀπεκρίθηκα, ὅτι αὐτὸ δὲν γίνεται ποτέ, ἐλευθερία ἢ θάνατος· ἐμεῖς, καπιτὰν Ἅμιλτον, ποτὲ συμβιβασμὸν δὲν ἐκάμαμε μὲ τοὺς Τούρκους· ἄλλους ἔκοψε, ἄλλους ἐσκλάβωσε μὲ τὸ σπαθὶ καὶ ἄλλοι, καθὼς ἐμεῖς, ἐζούσαμεν ἐλεύθεροι ἀπὸ γεννεὰ εἰς γεννεά· ὁ Βασιλεύς μας ἐσκοτώθη, καμμίαν συνθήκη δὲν ἔκαμε, ἡ φρουρὰ του εἶχε παντοτινὸν πόλεμον μὲ τοὺς Τούρκους καὶ δύο φρούρια ἦτον πάντοτε ἀνυπότακτα· –μὲ εἶπε, ποία εἶναι ἡ βασιλικὴ φρουρὰ του, ποῖα εἶναι τὰ φρούρια; – ἡ φρουρὰ τοῦ Βασιλέως μας εἶναι οἱ λεγόμενοι Κλέφται, τὰ φρούρια ἡ Μάνη καὶ τὸ Σοῦλι καὶ τὰ βουνά· ἔτζι δὲν μὲ ὡμίλησε πλέον». (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Διήγησις Συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Αθήνα 1846, σ. 190.)

Ο γέρος του Μοριά όχι απλώς αντιμετωπίζει την Επανάσταση του ’21 ως συνέχεια των προγενέστερων αγώνων του ελληνισμού, αλλά εξακολουθεί να θεωρεί τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ως τον μοναδικό νόμιμο βασιλέα του και τους σκλαβωμένους Έλληνες σε διαρκή και ανειρήνευτο πόλεμο, από την Άλωση και μετά.

Σύμφωνα λοιπόν με τον συγγραφέα, όπως περιγράφεται στο βιβλίο του, ο ελληνισμός γνωρίζει μια νέα Αναγέννηση κατά την περίοδο 1700-1922, μια και η πρώτη μεγάλη Αναγέννηση στα υστεροβυζαντινά χρόνια θα ανακοπεί με την Άλωση. Η πρώτη φάση, ο «φωτισμός και η παλιγγενεσία», διαρκεί έως το 1821 και στη διάρκειά της επιχειρείται η ανασυγκρότηση των υλικών και πνευματικών προϋποθέσεων για την αυτόνομη ανάδειξη του ελληνισμού. Η δεύτερη, η «Μεγάλη Ιδέα» –η επαναστατική-εθνικοαπελευθερωτική περίοδος που διαρκεί σχεδόν εκατό χρόνια, από το 1821 έως το 1922 –, στοχεύει στην πολιτειακή ανασυγκρότηση του «ιστορικού χώρου» του υστεροβυζαντινού ελληνισμού, ως αναγκαία προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της ελληνικής Αναγέννησης.

Σήμερα διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση του 21, αναζητώντας λύση στα αποπνικτικά αδιέξοδα, στα οποία  έχουμε περιπέσει, με ευθύνη του συνόλου του πολιτικού συστήματος, αλλά και των διανοουμένων και του πνευματικού κόσμου, είμαστε υποχρεωμένοι, ως έθνος, να ξανασκύψουμε στην ιστορία μας. Συρρικνωμένοι δημογραφικά και γεωγραφικά, κατεστραμμένοι οικονομικά, καταπτοημένοι,  δεν διαθέτουμε πλέον τίποτε άλλο που να μπορεί να μας δώσει μια βάση για να ξανασηκωθούμε, παρά την ιστορία μας, την μεγάλη ιστορική μας διαδρομή. Οι Έλληνες παραμένουν ένα μεγάλο ιστορικό έθνος. Αν αφαιρεθεί και αυτή η αίσθηση, τότε δεν έχουμε άλλη καταφυγή παρά την υποταγή και την ιστορική έκλειψη.

Και όμως και μετά τους πρώτους μαύρους αιώνες της Τουρκοκρατίας γύρω στο 1700 οι Έλληνες εγκαινιάζουν μια μακρά περίοδο αναγέννησης σε όλα τα πεδία, που οδηγεί στην παλιγγενεσία του 1821. Γιατί όχι λοιπόν και σήμερα;