Τρία ζητήματα, μεταξύ άλλων, κατέχουν κεντρική θέση στην πρακτική της δημοσιογραφίας και στις θεωρητικές συζητήσεις για τη δημοσιογραφία:  Πρώτον,  οι  «δημοσιογραφικές αξίες», που αφορούν την επιλογή των γεγονότων τα οποία θα προβληθούν από τα ΜΜΕ. Δεύτερον, η τήρηση των κανόνων δημοσιογραφικής δεοντολογίας, οι οποίοι ρυθμίζουν σειρά όψεων  της επαγγελματικής συμπεριφοράς των δημοσιογράφων. Τρίτον, η αντικειμενικότητα του δημοσιογράφου κατά την κάλυψη των γεγονότων, που αφορά την αναλλοίωτη παρουσίαση των πράξεων και των απόψεων των ατόμων που πρωταγωνιστούν σε αυτά τα γεγονότα.

Φυσικά, εκτός των ως άνω υπάρχουν ακόμα πολλά σημαντικά ζητήματα στην πρακτική και τη θεωρία της δημοσιογραφίας, όπως λ.χ. ο ρόλος της ιδιοκτησίας των ΜΜΕ, η μορφή της χρηματοδότησης, η σχέση με το πολιτικό σύστημα, οι πηγές των πληροφοριών κ.ά., τα οποία, όσο σημαντικά κι αν είναι, έχουν έναν λιγότερο ή περισσότερο, εξωγενή χαρακτήρα προς στην παραγωγή των ειδήσεων.

Το πρόβλημα της αντικειμενικότητας Στην κριτική των ΜΜΕ, μεταξύ των τριών ζητημάτων, ίσως τη μεγαλύτερη προσοχή έχει προσελκύσει η αντικειμενικότητα των ειδήσεων, των λόγων που οδηγούν στην παραβίασή της, καθώς επίσης και τι μπορεί να γίνει προκειμένου να τηρείται.  Η αναζήτηση της αντικειμενικότητας δεν είναι κάτι καινούργιο. Εμφανίζεται με την ίδια τη δημοσιογραφία. Σε εκείνη τη μακρινή εποχή πήρε τη μορφή του διαχωρισμού των απόψεων από τις αξίες (τις υποκειμενικές αξιολογήσεις). 

Η συζήτηση για την αντικειμενικότητα των ειδήσεων γνώρισε νέες διαστάσεις με την ανάδειξη του ρόλου της ιδιοκτησίας των ΜΜΕ και ιδιαίτερα με τη δημιουργία των ιδιωτικών αλλά και του κρατικού μονοπωλίου στα ΜΜΕ,  με την έμφαση που δόθηκε στη σημασία της ιδεολογίας κατά τη διαμόρφωση των ειδήσεων,  με την  εισβολή της διαφήμισης στον Τύπο και αργότερα στα υπόλοιπα ΜΜΕ, με τη στροφή στην εμπορευματοποίηση κοκ.

Ωστόσο, όπως θα υπογραμμίσει ένας διεθνώς γνωστός μελετητής των ειδήσεων, ο S. Allan, η αναζήτηση της αντικειμενικότητας, μάλλον αποτελεί ένδειξη ότι δεν υπάρχει αντικειμενικότητα. Σήμερα μπορούμε πλέον να υποστηρίξουμε με περισσότερα στοιχεία και επιχειρήματα ότι αντικειμενικότητα δεν υπάρχει όχι γιατί κάποιοι την παραβιάζουν ή δεν αξιοποιούν τις διαθέσιμες δυνατότητες για να την κατακτήσουν. Οπωσδήποτε συμβαίνουν κι αυτά.

Δεν υπάρχει αντικειμενικότητα επειδή δεν μπορεί να υπάρξει αντικειμενικότητα. Και δεν μπορεί να υπάρξει αντικειμενικότητα επειδή οι ειδήσεις  είναι ένα αδιαίρετο σύνολο γεγονότων και απόψεων. Ακριβέστερα, συνιστούν προβολή ορισμένων γεγονότων υπό το πρίσμα ορισμένων απόψεων, οι οποίες προβάλλονται με τη μορφή μιας ανθρωποκεντρικής ιστορίας (στόρι).   Αντικειμενικότητα δεν υπάρχει ούτε κατά την επιλογή ούτε κατά τη  διαμόρφωση του γεγονότος ως ειδησεογραφικής ιστορίας.

Θα μπορούσε η δημοσιογραφική αποτύπωση των γεγονότων να είναι αντικειμενική, αν χρησιμοποιούσε τη μεθοδολογία των κοινωνικών επιστημών. Αλλά τότε δεν θα ήταν δημοσιογραφική. Στην καλύτερη περίπτωση, ως αντικειμενικότητα θα μπορούσε να οριστεί η αποτύπωση των γεγονότων υπό το πρίσμα των πιο διαδομένων  απόψεων. Αυτό όμως δεν κάνει τις ειδήσεις αντικειμενικές.

Επιπλέον δε, οι ειδήσεις συμβάλλουν τα μέγιστα ώστε ορισμένες  απόψεις να γίνουν ή να συνεχίσουν να είναι επικρατούσες. Γι? αυτό και η μεγάλη μάχη για την επικράτηση της μιας ή της άλλη εκδοχής των γεγονότων στις ειδήσεις ήταν και θα παραμείνει σημαντική.   Η αντικειμενικότητα και τα νέα μέσα Τα περισσότερα από αυτά όμως τα ξέρουμε έχοντας μελετήσει τη δημοσιογραφία στα παλιά μέσα.

Το ερώτημα που εγείρεται είναι τι συμβαίνει με τα νέα μέσα. Κάνουν πιο πιθανή ή ακόμα πιο απίθανη την αντικειμενικότητα; Δυστυχώς ή ευτυχώς, τα νέα μέσα (το διαδίκτυο και οι επιμέρους κατηγορίες περιεχομένου του διαδικτύου, όπως οι ιστοσελίδες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) κάνουν ακόμα πιο εμφανή την έλλειψη αντικειμενικότητας. Για την ακρίβεια, κάνουν ακόμα πιο εμφανές το γεγονός ότι οι ειδήσεις είναι γεγονότα που αποτυπώνονται μέσα από το διαθλαστικό φίλτρο  ορισμένων απόψεων.

Οι τρόποι με τους οποίους συμβαίνει είναι πολλοί. Τα νέα, ψηφιακά μέσα είναι το τεχνολογικό περιβάλλον εντός του οποίου συχνά ανθεί η πλασματική ή δυνητική (virtual) σύνθεση των γεγονότων (π.χ. Γραφικά), η οποία έχει σχέση με το πώς θεωρούμε το γεγονός και όχι πως έχει συμβεί.

Τα δημοσιογραφικά κείμενα που αναρτώνται στο διαδίκτυο, τόσο στην ηλεκτρονική έκδοση των εφημερίδων όσο πολύ περισσότερο στις ειδησεογραφικές πύλες συχνά σχολιάζονται με ή χωρίς στοιχεία, ο συντάκτης επανέρχεται και τελικώς μέσα από αυτή τη διαλογική διαδικασία έρχεται στην επιφάνεια κάτι που ήταν λιγότερο εμφανές στα παλιά μέσα: Ότι η δημοσιογραφία, συμπεριλαμβανομένης της  ειδησεογραφίας, είναι πλαισίωση ενός γεγονότος με απόψεις.

Η σύγχρονη κοινωνία χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη πληροφόρηση σε σχέση με το παρελθόν, για λόγους κοινωνικούς, πολιτικούς, οικονομικούς κ.ά. Πολύ μεγαλύτερο όμως όγκο πληροφοριών χρειάζονται και τα νέα μέσα, λόγω  και του πλήθους των φωνών σε αυτά.

Ως εκ τούτου Ανεπιβεβαίωτα ή και ανύπαρκτα γεγονότα παρεισφρέουν στην ειδησεογραφική ροή των νέων μέσων, όπως λ.χ. συνέβη πρόσφατα στη χώρα μας σε έγκυρα διαδικτυακά μέσα με την αναπαραγωγή της φωτογραφίας της Ακρόπολης, φωτισμένης με τα χρώματα της γαλλικής σημαίας.

Γεγονότα κομματιάζονται για δημιουργηθούν πολλές ειδήσεις που συμπληρώνονται  με πλήθος σχολίων ή και μεγεθύνονται ανακριβώς.  Η σχολιαστική πληροφορία, η ερμηνεία, αποκτά όλο και πιο ευρεία θέση στη  δημοσιογραφία των νέων μέσων. Το προηγούμενο επιτείνεται από  την αυξανόμενη χρήση  των νέων μέσων για πρόσβαση του κοινού  στην ειδησεογραφία. 

Στις ΗΠΑ λ.χ., μέσα σε δυο χρόνια (2013-2015), το ποσοστό των χρηστών που διαβάζουν ειδήσεις στο Facebook αυξήθηκε από 52% σε 63% και στο Twitter από 47% σε 63%. Αυτό έχει και άλλες συνέπειες. Επηρεάζει λ.χ. το είδος των δημοσιογραφικών ιστοριών που (αναγκάζονται να) παράγουν οι δημοσιογράφοι.

Η χρήση των νέων μέσων και ειδικά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τους δημοσιογράφους, όπως έδειξε σχετική έρευνα, τους οδηγεί σε μια πιο πρόχειρη διαδικασία παραγωγής των ειδήσεων, κάτι που επισύρει και την κυκλοφορία μεγαλύτερου αριθμού ανακριβώς γεγονότων. Εκτός από τη μεγαλύτερη προχειρότητα με την οποία προετοιμάζεται η είδηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρατηρούνται και μεγαλύτερα ποσοστά παραβίασης των κανόνων δημοσιογραφικής δεοντολογίας.

Το είδος της δημοσιογραφίας το οποίο τείνει να επικρατήσει στα Μέσα Κοινωνικής δικτύωσης (λ.χ. Twitter), χαρακτηρίζεται ως «δημοσιογραφία της περιρρέουσας ατμόσφαιρας» – ή «δημοσιογραφία του συρμού» – (ambinet journalism) και όχι ως αυτού που κατά παράδοση λέμε «αλήθεια». Στον κλονισμό της ιδέας της αντικειμενικότητας συνεισφέρουν ακόμα δύο βασικές παράμετροι των νέων μέσων. Η ταχύτητα εξάπλωσης της (πρόχειρης, ανακριβούς κ.λπ.) πληροφορίας. Η έκταση εξάπλωσης αυτής της πληροφορίας (πρακτικά, σε όλη την υφήλιο).

Σε αυτά πρέπει να προσθέσουμε ως πολλαπλασιαστικό παράγοντα τη «δημοσιογραφία των πολιτών», για την οποία περισσότερο γίνεται συζήτηση στη θεωρία  παρά υπάρχει στην πράξη. Η «δημοσιογραφία των πολιτών» συνδέεται με αρκετές από τις πτυχές που προαναφέρθηκαν και απομακρύνουν τη δημοσιογραφία ακόμα περισσότερο από την αντικειμενικότητα. 10) Τα νέα μέσα συνεισφέρουν στην αμφισβήτηση της ιδέας περί αντικειμενικότητας και με έναν ακόμα τρόπο.

Η έλευση του διαδικτύου, ο εμπλουτισμός του με περιεχόμενο και η εξάπλωση της χρήσης του, αυτόνομα ή σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες συνέβαλαν σε μια άνευ προηγουμένου κρίση αξιοπιστίας των παλιών μέσων.

Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το διαδίκτυο μπορεί να φιλοξενήσει τα πιο απίθανα θέματα και τις πιο παράδοξες απόψεις, έχει σχεδόν παγιώσει την ιδέα ότι τα μέσα ούτε είναι ούτε μπορούν ούτε θέλουν να είναι αντικειμενικά. Ίσως είναι περιττό όμως πρέπει να τονίσουμε ότι πολλοί ακόμα παράγοντες στο σύγχρονο ασταθές περιβάλλον, κάνουν εμφανές πως η αντικειμενικότητα είναι ουτοπία.

Τέτοιος παράγοντας είναι οι οικονομικές, πολεμικές και ανθρωπιστικές κρίσεις, που συμβάλλουν σε εντονότερη στράτευση των μέσων. Τα τελευταία χρόνια την Ελλάδα αυτό το ζούμε εντονότερα από κάθε άλλο λαό της Ευρώπης. Στις κρίσεις αυτές τα νέα μέσα αντιδρούν με μεγαλύτερη ταχύτητα, σφοδρότητα και εμπλουτισμένο περιεχόμενο. Τι μπορούμε να κάνουμε; 

Λαμβάνοντας υπόψη τα προηγούμενα, χρειάζεται, μεταξύ άλλων, να γίνουν τουλάχιστον τέσσερα  πράγματα:

Να ενσωματωθούν οι δημοσιογράφοι παλιών και νέων μέσων σε νέα, ενιαία και σύγχρονα πλαίσια επαγγελματικών ενώσεων με στόχο να αναβαθμιστεί η άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και να προστατευτεί από την κρατική και  την εργοδοτική λογοκρισία – η οποία είναι και η πλέον διαδομένη σήμερα μορφή λογοκρισίας.  

Να θεσμοθετηθεί η ανεξάρτητη επιστημονική παρακολούθηση της συμπεριφοράς των μέσων, τόσο των νέων όσο και των παλιών, ιδιαίτερα σε ότι αφορά το ειδησεογραφικό τους περιεχόμενο. Η γνώση αυτή πρέπει να διαχέεται στην κοινή γνώμη, σε πιο εκτεταμένη και διαφορετική βάση από αυτή των ρυθμιστικών αρχών.

Να τηρείται με όλους τρόπους που επιτρέπουν ο νόμος και η δεοντολογία, ο σεβασμός των γεγονότων, όπως και άλλες ρυθμίσεις σχετικά με τη δημοσιότητα. Προς τούτο είναι χρήσιμη η συνδρομή της ως άνω παρακολούθησης.

Να διερευνηθεί η πολιτική της ίσης προβολής των διαφορετικών απόψεων, ειδικά σε σημεία καμπής όπως είναι λ.χ. οι προεκλογικές περίοδοι.

Ο Γιώργος Πλειός είναι καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. Το παρόν κείμενο ήταν η εισήγηση του συγγραφέα στην ημερίδα που διοργάνωσε το ΚΥΠΕ σε συνεργασία με την Ελληνική Πρεσβεία στην Κύπρο στις 8/4/2016, με θέμα «Η δημοσιογραφία σήμερα. Αλλαγές και προκλήσεις».