Η περίφημη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη ενώ οι σκληρές διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς καλά κρατούν. Όσο όμως συνεχίζονται οι σκληρές διαπραγματεύσεις, ο λογαριασμός αυξάνεται. Είναι απορίας άξιον πως είναι δυνατόν να ξεκινάς την διαπραγμάτευση με στόχο να ληφθούν μέτρα ύψους 3.4 δις ευρώ και να καταλήγεις σε ένα συνολικό πακέτο μέτρων 9 δις ευρώ (5.4 άμεσα και 3.6 προληπτικά μέτρα). Και η διαπραγμάτευση να είναι ακόμα ανοικτή.

Στο δυσκολότερο  σημείο της διαπραγμάτευσης αναδείχτηκε ξανά το σπάσιμο του φαύλου κύκλου ΔΝΤ – Ε.Ε. Ως γνωστόν το ΔΝΤ, βάση του καταστατικού του, δύναται να χορηγήσει οικονομική βοήθεια μόνο σε κράτη των οποίων η βιωσιμότητα χρέους είναι δεδομένη ή θα καταστεί δεδομένη με την ολοκλήρωση της εφαρμογής του προγράμματος το οποίο συνοδεύει την παρεχόμενη βοήθεια. Στην περίπτωση της Ελλάδος είναι φανερό ότι οι μνημονιακοί στόχοι είναι ανέφικτοι. Ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος (3.5% του ΑΕΠ), που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εξυπηρέτηση του χρέους, απαιτεί ηρωικές θυσίες από μία ήδη κουρασμένη κοινωνία. Εφόσον η ελληνική κυβέρνηση δεν συμφωνήσει στις θυσίες αυτές, η μόνη λύση για να καταστεί το ελληνικό χρέος βιώσιμο είναι  το κούρεμα του.

Από την πλευρά τους οι Γερμανοί δεν θέλουν ούτε να σκέπτονται την συνέχιση παροχής βοήθειας στην Ελλάδα χωρίς την συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα. Συμμετοχή που ιδεατά θα πρέπει να συνοδεύεται και από παροχή οικονομικής βοήθειας ώστε να εξασφαλισθεί η πλήρης αφοσίωση του ΔΝΤ στην εφαρμογή και εποπτεία του προγράμματος.

Σε ένα πόλεμο γιγάντων, χαμένοι βγαίνουν συνήθως οι μικροί. Έτσι έγινε και στην δική μας περίπτωση, μόνο που η διαχείριση του ζητήματος από την ελληνική πλευρά βοήθησε στην διόγκωση και όχι στην ελαχιστοποίηση της ήττας. Η ελληνική πλευρά θεώρησε εσφαλμένα ότι ήταν η χρυσή ευκαιρία για αυτήν να αποβάλλει το ΔΝΤ από την σκακιέρα της διαπραγμάτευσης. Οι λόγοι που πίστεψε ότι θα το καταφερνε αυτό βρίσκονται μάλλον στο προσφυγικό και τον κίνδυνο του Brexit.

Το ΔΝΤ όμως, πάντα πιο έμπειρο στην διαπραγματευτική διαδικασία, κατάφερε να γυρίσει το παιχνίδι υπέρ αυτού και να απαιτήσει τελικά την λήψη όλων των απαιτούμενων μέτρων αλλά και επιπλέον προληπτικά μέτρα 3.6 δις ευρώ. Η απαίτηση αυτή ουσιαστικά επιβεβαιώνει την πλήρη αναξιοπιστία της χώρας μας απέναντι στους ξένους συνομιλητές της. Αναξιοπιστία που δεν οφείλεται βέβαια μόνο στους χειρισμούς της σημερινής κυβέρνησης, μεγεθύνθηκε όμως υπέρμετρα με τις πολιτικές δημιουργικής ασάφειας που  υιοθετήθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν.

Το αποτέλεσμα της όλης διαδικασίας είναι να βρεθούμε πάλι μπροστά σε μία νέα καταιγίδα μέτρων, όπου ακολουθείται ξανά η ίδια λάθος συνταγή.  Φόροι, φόροι, φόροι.  Φόροι άμεσοι, φόροι έμμεσοι, φόροι με την μορφή ασφαλιστικών εισφορών. Η καταιγίδα αυτή οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην πλήρη εξάντληση των μισθωτών και την εξουθένωση των ελευθέρων επαγγελματιών και επιχειρήσεων. Η μεσαία τάξη, που είναι ο μεγάλος χαμένος της κρίσης, θα αποτελεί πλέον είδος σε σπανιότητα.  Εκτός από την περιουσία που δημεύθηκε με τον ΕΝΦΙΑ, δημεύεται πλέον και η εργασία.

Για περιστολή κρατικών δαπανών, μείωση του κράτους και πάταξη φοροδιαφυγής ούτε λόγος δεν γίνεται. Δυστυχώς το μίγμα αυτό των μέτρων, πέραν του ότι θα οδηγήσει ξανά την κοινωνία στα κάγκελα, δεν πρόκειται να φέρει και οικονομικό αποτέλεσμα. Το παραδέχεται πλέον και ο ίδιος ο κ. Σόιμπλε, δηλώνοντας αμφιβολία για την επιτυχία του ελληνικού προγράμματος. Ο κίνδυνος να βυθισθεί ξανά η ελληνική οικονομία σε ένα σπιράλ ύφεσης, αποεπένδυσης και ανεργίας είναι τεράστιος.

Μοναδική διέξοδος για να βγει η χώρα από την ύφεση είναι η μαζική προσέλκυση ξένων επενδυτικών κεφαλαίων. Και τα κεφάλαια αυτά για να έρθουν στην Ελλάδα απαιτούν ένα πολιτικά σταθερό και φιλικό προς την επιχειρηματικότητα  περιβάλλον. Αυτά προς το παρών λείπουν από τη χώρα μας. Ίσως δεν είναι όμως μακριά η ώρα που οι συνθήκες αυτές  θα δημιουργηθούν, καθώς τόσο οι πολιτικοί μας όσο και οι πολίτες θα αντιληφθούν ποιός είναι ο δρόμος που οδηγεί στην ανάπτυξη.