Από τα αρχαία χρόνια ο σκληρός και επίμονος σπόρος του διχασμού πάντα έβρισκε τρόπο να φυτρώσει στον τόπο μας και πάντα οι επιπτώσεις του ήταν καταστροφικές. Στα νεότερα χρόνια σπάνια «στερηθήκαμε» την παρουσία του, με χαρακτηριστικότερη και μοναδική με θετικό πρόσημο περίπτωση (αφού η χώρα βγήκε κερδισμένη), την κόντρα του Ελευθέριου Βενιζέλου με τον τότε βασιλέα Κωνσταντίνο.

Από τη μεταπολίτευση και πέρα οι περίοδοι πολιτικής ηρεμίας ήταν ελάχιστοι, αφού την δεκαετία του ’80 η χώρα βρέθηκε με βαμμένα μπλε, πράσινα και κόκκινα καφενεία, αφού οι άλλοτε φίλοι συμπολίτες (συχνά και συγγενείς) αδυνατούσαν ακόμα και τον καφέ τους να πιούν μαζί. Στα χρόνια του μνημονίου ο διχασμός εκφράστηκε μέσω της αποδοχής ή όχι της επέμβασης των εταίρων προκειμένου η χώρα να μην πτωχεύσει, διαφοροποίηση που χρειάστηκε η μεταστροφή προσωπικά του πρωθυπουργού και της συντριπτικής πλειοψηφίας των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ για να σταματήσει.

Πολλά είναι τα όσα χρειάζονται για να δημιουργηθεί αυτό που αποκαλείται θετικό επενδυτικό κλίμα, κυριότερο των οποίων είναι η πολιτική σταθερότητα. Ακόμα κι αν οι τράπεζες διοχέτευαν στις επιχειρήσεις ποταμούς ρευστότητας, ακόμα κι αν οι διοικητικές δομές της χώρας δούλευαν σαν καλοδουλεμένη ορχήστρα, ακόμα κι αν η δικαιοσύνη επέλυε τις διαφορές σε μηδέν χρόνο, χωρίς πολιτική σταθερότητα δύσκολα θα βρεθεί επενδυτής να υλοποιήσει ακόμα και το πιο ελκυστικό σχέδιο. Από τη γωνία αυτή βλέποντας τα πράγματα, το ότι ο διχαστικός διαχωρισμός μνημόνιο – αντιμνημόνιο έφυγε από την ελληνική πολιτική σκηνή, είναι οπωσδήποτε ένα μεγάλο θετικό βήμα. Το ότι υπουργοί και λοιπά στελέχη αδυνατώντας θαρραλέα να παραδεχτούν στο λαό το λάθος τους, στριφογυρίζουν τόσο γρήγορα γύρω από τον άξονα τους που ζαλίστηκαν και δεν ελέγχουν τα λεγόμενα τους, δεν προκαλεί συμπάθεια αλλά οίκτο. Και φυσικά, δεν πείθει.

Η ουσία είναι ότι ανεξαρτήτως κυβέρνησης έχουμε δύο και μόνο δύο επιλογές: η πρώτη να αναπτυχθούμε, ακόμα κι αν δεν κατορθώσουμε να μοιράσουμε ίσα τα οφέλη. Η δεύτερη να σερνόμαστε στο σημείο που βρισκόμαστε για πολλά πολλά χρόνια, μοιραζόμενοι τη βεβαιότητα πως κατανέμετε δίκαια η μιζέρια μας. Η πρώτη επιλογή θέλει υιοθέτηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων και προσπάθεια δημιουργίας ελκυστικού επενδυτικού κλίματος με σταδιακή μείωση της φορολογίας, βελτίωση της διοικητικής μηχανής, μείωση της γραφειοκρατίας και του χρόνου απονομής δικαιοσύνης.

Τα όσα έχουν ήδη γίνει δεν είναι λίγα, τα όσα μένουν να γίνουν συγκριτικά είναι ελάχιστα, κυριότερο των οποίων είναι η αλλαγή του περί συνδικαλισμού νόμου. Τα όχι ευκαταφρόνητα προνόμια των συνδικαλιστών, ο τρόπος εκλογής τους, οι διαδικασίες προκήρυξης απεργιών και άλλα λιγότερο ή περισσότερο σημαντικά για την εύρυθμη λειτουργία των επιχειρήσεων, είναι στα προαπαιτούμενα της δόσης του Σεπτεμβρίου. Το συγκεκριμένο νομοθέτημα πιστεύω ότι είναι κομβικό για την συγκυβέρνηση, καθώς θα οριοθετήσει πρώτον, την οριστική διάρρηξη των ανάρμοστων σχέσεων μεταξύ κυβερνήσεων και συνδικαλιστών και δεύτερον, την οριστική ενηλικίωση του ΣΥΡΙΖΑ.