Η 3η Ολομέλεια της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης Διαδικασίας Συνεργασίας Χωρών Νοτιοανατολικής Ευρώπης (SEECP PA) διεξήχθη στη Σόφια της Βουλγαρίας από 9 έως 11 Ιουνίου 2016. Την Βουλή των Ελλήνων εκπροσώπησαν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ κ. Ε. Βαγιωνάκη και κ. Γ. Πάλλης, καθώς και ο βουλευτής της ΝΔ κ. Γ. Στύλιος.    

Οι εργασίες έλαβαν χώρα στο Κοινοβούλιο της Βουλγαρίας. Κατά την πρώτη ημέρα των εργασιών συνεδρίασαν οι επιτροπές, Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Κοινωνικών, όπου εξετάστηκαν διάφορα θέματα κοινού ενδιαφέροντος και ετέθη ο προγραμματισμός των επιτροπών κατά την επερχόμενη Προεδρία της Συνέλευσης την οποία αναλαμβάνει η Κροατία.

Η συνεδρίασης της Ολομέλειας στις 11 Ιουνίου 2016 διαρθρώθηκε γύρω από το θέμα συζήτησης : «20 χρόνια SEECP PA, η περιοχή, νέες πραγματικότητες και κοινές προοπτικές». Οι εργασίες ξεκίνησαν με τους εναρκτήριους χαιρετισμούς της Προέδρου κας Tsetska Tsacheva και των περιφερειακών και διεθνών οργανισμών. Στη συνέχεια το λόγο πήραν οι Πρόεδροι των Κοινοβουλίων και οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών. Η επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας κ. Ευαγγελία Βαγιωνάκη στην παρέμβαση της είπε τα εξής:

« Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση της Διαδικασίας Συνεργασίας Χωρών ΝΑ Ευρώπης,  γιορτάζει φέτος την 20η επέτειο από την ίδρυσή της. Αυτό, μας επιτρέπει να προβούμε σε έναν απολογισμό των 20 χρόνων της ιστορίας της,  να λάβουμε θαρραλέες αποφάσεις και να ξανασκεφτούμε το μέλλον μας. Χρειαζόμαστε ένα όραμα για την περιοχή.

 Συχνά αναφέρουμε ότι η Νοτιοανατολική Ευρώπη παράγει περισσότερη ιστορία από ότι μπορεί να καταναλώσει. Παρόλα αυτά πιστεύουμε ακράδαντα ότι σήμερα, η κατάσταση στην  περιοχή είναι  καλύτερη από ό,τι ήταν πριν από 20 χρόνια. Από τους πολέμους και τις συγκρούσεις της δεκαετίας του 1990, κινηθήκαμε με σταθερό ρυθμό προς  την εδραίωση της ειρήνης και της σταθερότητας στη ΝΑ Ευρώπη και αυτό αποτελεί το σπουδαιότερο επίτευγμα όλων.

Στη δεκαετία του 1990, η περιοχή μας γνώρισε μεγαλύτερη ανάπτυξη στο εμπόριο και στις επενδύσεις, πιο ελεύθερη διακίνηση  ανθρώπων και βελτιώθηκε η περιφερειακή συνεργασία.

Παράλληλα όμως, μετά από την Ατζέντα της Θεσσαλονίκης το 2003, θεωρώ όμως ότι χάθηκε εκείνη η  «εσωτερική σύνδεση» που υπήρχε μέχρι τότε.. Πιο συγκεκριμένα, μετά τη Θεσσαλονίκη, όλες μας οι προσπάθειες  επικεντρώθηκαν στην Ευρωπαϊκή προοπτική και δικαίως : τέσσερεις συμμετέχοντες προσχώρησαν στην ΕΕ, δύο ξεκίνησαν ενταξιακές διαπραγματεύσεις , δύο έλαβαν καθεστώς υποψήφιας χώρας και μία υπέβαλλε αίτηση για να γίνει μέλος, σημειώνοντας ένα ασυναγώνιστο επίτευγμα. Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή επετεύχθη εις βάρος της περιφερειακής συνεργασίας. 

 Πιστεύω ότι το κύριο μήνυμά μας σήμερα πρέπει να είναι ότι η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η περιφερειακή συνεργασία μπορούν να πάνε «χέρι-χέρι». Η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση παραμένει φυσικά ο στρατηγικός μας στόχος και όλοι οι συμμετέχοντες θα πρέπει να ασχολούνται ενεργά με την Ευρωπαϊκή τους πορεία. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να εξερευνήσουμε νέες μορφές περιφερειακής συνεργασίας οι οποίες θα δημιουργήσουν ισχυρότερους περιφερειακούς δεσμούς σε τομείς όπως η συνδεσιμότητα και τα δίκτυα, η ενέργεια, οι νέες τεχνολογίες, η παιδεία και ο πολιτισμός, η πανεπιστημιακή κοινότητα και οι διαπροσωπικές επαφές. Έργα  κοινού ενδιαφέροντος θα ενισχύσουν την εμπιστοσύνη, χαράσσοντας τον δρόμο για μία αμοιβαίως επωφελή περιφερειακή συνεργασία.

Σήμερα, η ΝΑ Ευρώπη βρίσκεται στο κατώφλι μίας γεωπολιτικής αναταραχής επικών διαστάσεων. Μία τεράστια περιοχή που εκτείνεται από το Μαγκρέμπ έως το Αφγανιστάν, το Κέρας της Αφρικής και τη Μέση Ανατολή, είναι αποσταθεροποιημένη. Αυτές οι σύνθετες και χωρίς προηγούμενο εξελίξεις απαιτούν ισχυρή συλλογική συνεργασία, δεδομένου ότι καμία χώρα δεν μπορεί από μόνη της να αντιμετωπίσει τέτοιες προκλήσεις. Η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση απαιτούν συντονισμένες αποφάσεις.

Κύριοι συνάδελφοι, επιτρέψτε μου να ολοκληρώσω, κάνοντας μία μικρή αναφορά στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία. Οι δύο χώρες κατάφεραν να ξεπεράσουν διαφορές του παρελθόντος να διαμορφώσουν έναν στρατηγικό δεσμό σε όλα τα πεδία: δισεκατομμύρια σε εμπόριο και επενδύσεις, σύγχρονα σχέδια υποδομών, τουρισμός κλπ. Αυτό το μοντέλο συνεργασίας μπορεί και πρέπει να λειτουργήσει ως ένα παράδειγμα για την ευρύτερη περιοχή μας καθώς καθιστά απόλυτα σαφές ότι, όποτε υπάρχει ειλικρινής πολιτική βούληση, οι χώρες μπορούν εύκολα να αποβάλλουν τα βάρη του παρελθόντος και να «χτίσουν» ένα κοινό και επιτυχημένο μέλλον, προς χάρη των λαών της ευρύτερης περιοχής.»