Από το βάθρο του πρωταθλητή πάλης, στην ασκητική ζωή του Αγίου Όρους. Σύμφωνα με την Espresso, o Παναγιώτης Λαζαρίδης έδειχνε να τα έχει όλα, όμως αναζήτησε το μοναδικό που δεν είχε αλλά πιο σημαντικό, τη σωτηρία της ψυχής.

Ο πατήρ Βασίλειος, κατά κόσμον Παναγιώτης Λαζαρίδης, ως αθλητής έφθασε στην κορυφή. Τα μετάλλιά του στην ελεύθερη πάλη ανέρχονται σε έντεκα: «Έξι χρυσά, τρία ασημένια και δύο χάλκινα» λέει ο ίδιος σε καθημερινή εφημερίδα.

Όμως, σε ηλικία 19 ετών, πήρε την απόφαση να ακολουθήσει τον δρόμο του Θεού: «Μετά και τη συμμετοχή μου σε πανευρωπαϊκό αγώνα πάλης στην Τουρκία, ο Θεός μού χτύπησε το καμπανάκι για να τον υπηρετήσω. Πήρα τον δρόμο της τελειότητας, αφιερώθηκα σώματι και ψυχή στον Θεό. Είπα, τέρμα πια η κοσμική ζωή, η ύλη, η σάρκα. Αυτά χάνονται και φθείρονται στον χρόνο, αυτό που μένει είναι μόνο η πνευματική άσκηση και η σωτηρία της ψυχής».

Ο πατήρ Βασίλειος, λοιπόν, εκείνη τη χρονική στιγμή βίωσε ηθελημένα τον θάνατό του ως αθλητής της πάλης και σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, βρίσκεται στη λεγόμενη «έρημο του Αγίου Όρους», στα Κατουνάκια. Μια βραχώδη και απόκρημνη περιοχή του Άθωνα με είκοσι δύο ησυχαστήρια. Εκεί ζει ως ασκητής για την αγάπη του Χριστού και αφιερωμένος στη Μητέρα του, την Παναγία.

Όπως δηλώνει: «Ο ασκητικός βίος με προσέλκυσε σαν μαγνήτης. Άλλωστε, από μικρό παιδί ήμουν στην Εκκλησία. Συγκεκριμένα, από οκτώ χρόνων βοηθούσα τον ιερέα στην ενορία μου. Ταυτόχρονα, με τραβούσε και ο αθλητισμός, με τον οποίο ασχολήθηκα περίπου έξι χρόνια. Η ελευθέρα πάλη στην οποία δραστηριοποιήθηκα με γέμιζε. Δεν άφησα, όμως, ποτέ και τα πνευματικά μου καθήκοντα. Σε ηλικία δεκαεννέα ετών και εφόσον είχα βιώσει έντονες κοσμικές καταστάσεις, έγινε η αρχή της γνωριμίας μου με τον μοναχισμό.

Επισκέφθηκα κάποια ησυχαστήρια της αγιορείτικης ερήμου και τότε άρχισα να εντυπωσιάζομαι, βλέποντας ότι υπάρχει ένας διαφορετικός τρόπος ζωής. Μπορεί να είχα τους φίλους μου, τα αδέλφια μου και τη μάνα που με υπεραγαπάει, αλλά ένα τεράστιο ψυχικό κενό με έκανε δυστυχισμένο. Έτσι, μου δημιουργήθηκε ένας έρωτας για τον ασκητισμό και τον Θεό, που στη συνέχεια έγινε πράξη».