Ο Δυτικός Θερμαϊκός παρομοιάζεται με τη… Βενετία, στη Χίο τα κύματα φτάνουν μέχρι τα σπίτια, ενώ στην Κορινθία, παραθαλάσσια οικόπεδα βρίσκονται πλέον κυριολεκτικά μέσα στο νερό. Σύμφωνα με άρθρο του real.gr, εφιαλτικές διαστάσεις έχει λάβει το φαινόμενο της διάβρωσης ακτών στη χώρα μας, καθώς ολοένα και περισσότερες περιοχές της νησιωτικής και ηπειρωτικής Ελλάδας βλέπουν την ακτογραμμή τους να αλλοιώνεται και να υποχωρεί.

Οι ανθρώπινες παρεμβάσεις, σε συνδυασμό με την κλιματική αλλαγή και την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, έχουν διογκώσει το πρόβλημα, που άρχισε να γίνεται αισθητό στη χώρα μας από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, με τους Έλληνες επιστήμονες να επικεντρώνονται στις ακτές της Πιερίας, την περιοχή του Κορινθιακού κόλπου και τη βόρεια πλευρά του νομού Χανίων, όπου η απώλεια πολλών μέτρων ακτογραμμής ήταν ορατή ακόμα και διά γυμνού οφθαλμού.

Σήμερα, ωστόσο, στον ίδιο κατάλογο έχουν προστεθεί η Ρόδος, η Κως, η Χίος, η Λέσβος, η Σίφνος, η Αιγιαλεία, η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, το Δέλτα του Έβρου, με τις τοπικές Αρχές να αδυνατούν να λάβουν μέτρα για την ουσιαστική προστασία των ακτών τους.

Οι προβλέψεις των επιστημόνων είναι δυσοίωνες, καθώς υποστηρίζουν πως οι ελληνικές αμμώδεις ακτές είναι εξαιρετικά ευάλωτες λόγω της σύστασής τους και πως τις αμέσως επόμενες δεκαετίες η διάβρωση θα απειλήσει τη συντριπτική πλειονότητα των παραλιών της χώρας. «Ο μέσος όρος απώλειας ακτών είναι ένα μέτρο κάθε χρόνο. Οι τάσεις του φαινομένου είναι αυξητικές και το πιθανότερο είναι πως τις επόμενες δεκαετίες το πρόβλημα θα επεκταθεί σχεδόν όπου υπάρχουν ακτές με μεγάλη κλίση και αμμώδη σύσταση», δηλώνει ο καθηγητής Θαλασσίων Επιστημών του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου, Ευστράτιος Δουκάκης.

Αν και σε πολλές περιπτώσεις τα αίτια της διάβρωσης είναι και ανθρωπογενή, η απαισιοδοξία εκπορεύεται κυρίως από τις προβλέψεις για την κατάσταση του παγκόσμιου κλίματος, σύμφωνα με τις οποίες η θερμοκρασία των θαλάσσιων νερών αναμένεται να αυξηθεί. «Η αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας κατά ένα βαθμό Κελσίου σημαίνει άνοδο της στάθμης των υδάτων κατά ένα μέτρο», επισημαίνει ο καθηγητής του ΕΜΠ.

Χάνονται ιδιοκτησίες

«Σε κάποια σημεία, η θάλασσα έχει προχωρήσει μέχρι και 80 μέτρα μέσα στην ακτή, τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, καλύπτοντας οικόπεδα για τα οποία υπήρχαν τίτλοι ιδιοκτησίας», λέει ο αντιπεριφερειάρχης Πελοποννήσου, Γιώργος Δέδες, επισημαίνοντας πως τα σημάδια της διάβρωσης είναι ορατά από το Αίγιο μέχρι και την Κόρινθο. Ενδεικτική της εικόνας που επικρατεί στην ευρύτερη περιοχή της Αχαΐας είναι πως το 46% των ακτών της Αιγιάλειας, από το Δερβένι μέχρι και το Αίγιο, έχουν υποστεί διάβρωση, το 40% των ακτών παραμένουν αναλλοίωτες και μόνο στο 13% έχει γίνει πρόσθεση εδαφικού υλικού.

Σύμφωνα με μελέτη του Τεχνικού Επιμελητήριου Δυτικής Ελλάδας σχετικά με τη διάβρωση των ακτών στον νομό Αχαΐας, εκτιμάται πως τα τελευταία 20 χρόνια έχουν εξαφανιστεί από τον χάρτη περισσότερα από 2.500 στρέμματα παραλιακής γης. Από το 2007, οι τοπικές Αρχές έχουν ξεκινήσει έργα για την προστασία των ακτών, τοποθετώντας λίθινες ριπές, καθέτως των ακτών στις παραλίες του Δερβενίου, Λυγίας, Λυκοποριάς και Κιάτου.

«Δυστυχώς τα έργα αυτά είναι πολύ ακριβά, ενώ δεν μπορούμε να είμαστε 100% σίγουροι ότι θα σταματήσουν τη διάβρωση», τονίζει ο κ. Δέδες. «Οι περισσότερες μελέτες που έχουν παρουσιαστεί προτείνουν βαριά έργα, που αποδεδειγμένα δεν λύνουν το πρόβλημα. Εκτός αυτού, πρόκειται για έργα που είναι μεγάλα σε μέγεθος και κοστίζουν πολύ ακριβά. Από την άλλη, πολλές από τις παρεμβάσεις που έχουν γίνει για την αντιμετώπιση του φαινομένου ήταν άστοχες και στην ουσία δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα», επισημαίνει ο Βασίλης Παπαδόπουλος, ερευνητής και υπεύθυνος του γραφείου Αχαΐας του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών.

Έργα όπως αυτά στο Δερβένι έχουν υλοποιηθεί και στην παραλία της Κατερίνης δίχως τα επιθυμητά αποτελέσματα. «Η περιοχή του δυτικού Θερμαϊκού θεωρείται διεθνώς μία από τις περισσότερο διαβρωμένες περιοχές. Μαζί με το δέλτα του Νείλου και τη Βενετία, ο δυτικός Θερμαϊκός είναι η παραθαλάσσια περιοχή με τη μεγαλύτερη διάβρωση στη Μεσόγειο», λέει ο Ευστρ. Δουκάκης.

Την τελευταία δεκαετία το πρόβλημα έχει διογκωθεί, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την παραλία της Ερεσού στη Λέσβο, της οποίας το πλάτος έχει μειωθεί σχεδόν κατά το ένα τρίτο, τις παραλίες του δήμου Πεταλούδων στη Ρόδο, όπου σύμφωνα με έρευνα του πανεπιστημίου Πατρών έχουν χαθεί 1.350 στρέμματα ακτών από το 1936, και την παραλία Γεωργιούπολη των Χανίων, που σύμφωνα με μελέτη του Πολυτεχνείου Κρήτης κινδυνεύει με εξαφάνιση τα επόμενα δέκα χρόνια. Στον κατάλογο των περιοχών που κινδυνεύουν εντάσσονται και σημαντικοί υγροβιότοποι και πολλές εκβολές ποταμών.

Ειδικά για τη λιμνοθάλασσα του Κοτυχίου, ο Β. Παπαδόπουλος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, καθώς η αμμολωρίδα που χωρίζει τον υγρότοπο από τη θάλασσα έχει υποχωρήσει σημαντικά. «Αρκεί μια έντονη κακοκαιρία για να μπει μια και καλή η θάλασσα στο Κοτύχι. Η καταστροφή θα είναι ανυπολόγιστη, όχι μόνο για το περιβάλλον, αφού ο υγροβιότοπος και τα είδη ζωής θα αφανιστούν, αλλά η οικονομική ζημιά για την τοπική κοινωνία που εξαρτάται από το Κοτύχι θα πληγεί σε μεγάλο βαθμό», τονίζει ο ερευνητής.

Σύμφωνα με τον ίδιο, σοβαρό είναι και το πρόβλημα που καταγράφεται στις εκβολές του ποταμού Εύηνου, από τις απολήψεις που πραγματοποιούνται για την κατασκευή της Ιονίας και της Ολύμπιας Οδού. Όλα τα φερτά υλικά που κανονικά θα κατέληγαν στις εκβολές και θα «έτρεφαν» την παραλία οδηγούνται στην κατασκευή των δρόμων.

Την ίδια εικόνα παρουσιάζουν και οι εκβολές του ποταμού Πείρου, όπου μέσα σε διάστημα πέντε χρόνων η παραλία έχει υποχωρήσει κατά 50 μέτρα και στην ουσία έχει εξαφανιστεί. «Στις δε εκβολές του Αλφειού η εικόνα είναι τραγική, αφού η θάλασσα έχει αρχίσει να γκρεμίζει σπίτια τα οποία βέβαια είναι αυθαίρετα, όμως το φαινόμενο είναι ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατεί», συμπληρώνει ο Β. Παπαδόπουλος.