Μπορεί όλες οι έρευνες να εμφανίζουν τους Έλληνες σχεδόν ομοφωνούντες με την άποψη πως το περσινό δημοψήφισμα μας έβλαψε, υπάρχουν και συμπολίτες πάντως που το θεωρούν κάτι σαν παράσημο (επαναστατικό;) στην πορεία της παγκοσμιοποίησης. Τέλος πάντων, ας μη συμφωνήσουμε ούτε με όσους το χαρακτηρίζουν «συνειδητό έγκλημα», ούτε με αυτούς που το χαρακτήρισαν «γενναία επιλογή», η ουσία άλλωστε είναι άλλη. Κανένας δεν κατάλαβε τι ακριβώς ψήφιζε αφού το μεν ερώτημα ήταν εξαιρετικά δυσνόητο, αλλά κυρίως γιατί οι Ευρωπαίοι ξεκαθάρισαν πως θεωρούσαν το ερώτημα διαφορετικό.

Τελικά υπερίσχυσαν όσοι πίστευαν ακόμα πως ο κ. Τσίπρας θα μπορούσε να αλλάξει ην πορεία της Ευρώπης αφήνοντας τους μετέπειτα χαρακτηριζόμενους «μενουμευρωπαίους» να αγωνιούν για το μέλλον της χώρας τους. Ευτυχώς η λογική έστω τη δωδεκάτη ώρα υπερίσχυσε και μερικές ημέρες αργότερα ο πρωθυπουργός συμφωνούσε με τους δανειστές το τρίτο μνημόνιο. Σήμερα, ένα έτος μετά τους χορούς στις πλατείες όσων «γλεντούσαν» το αποτέλεσμα και έχοντας πια καταλάβει αυτό που και ο ίδιος ο πρωθυπουργός παραδέχτηκε, πως αυταπατηθήκαμε, φτάσαμε σε σημείο ωριμότητας τέτοιο να παραδεχόμαστε το λάθος της απόφασης. Το κακό είναι ότι πληρώσαμε το λάθος ακριβά, το καλό πως αν ακούγαμε όσους μας έταζαν πιλάφια και ουρί στον παράδεισο της δραχμής θα πληρώναμε ακριβότερα…

Ίσως από σατανική σύμπτωση, ίσως σαν αστείο της ιστορίας, ίσως τέλος σαν εκκωφαντική προειδοποίηση, η χώρα που έδωσε πολιτικό κατάλυμα στον άνθρωπο που ήθελε να παίξει την Ελλάδα στα ζάρια έκανε αυτό που εμείς δεν τολμήσαμε. Τώρα βέβαια ο κ. Βαρουφάκης δεν είναι παρά ένας ταπεινός σύμβουλος του αρχηγού των Εργατικών και πάλι όμως δεν μπορείς να αγνοήσεις τη σημειολογία. Αυτό γιατί οι Συντηρητικοί Τόρηδες ήταν διασπασμένοι, με διχασμένη τόσο την κοινοβουλευτική ομάδα και το κόμμα, όσο και τους ψηφοφόρους. Οι εργατικοί όμως δεν είχαν κανένα τέτοιο πρόβλημα, καθώς η ελάχιστα μόνο ήταν τα ηγετικά στελέχη που τάχθηκαν κατά την συμμετοχής της χώρας στην Ε.Ε.

Το μεγαλύτερο αστείο στην υπόθεση όμως δεν είναι άλλο από την συμπεριφορά των ηγετικών στελεχών της καμπάνιας του BREXIT. Ο πρώην δήμαρχος του Λονδίνου Boris Johnson μπήκε στην καμπάνια της εξόδου για δύο λόγους: πρώτον για να μπει στο ρουθούνι του (συμμαθητή του) Κάμερον και δεύτερον, για να κατοχυρώσει τη θέση του κύριου εσωκομματικού του αντιπάλου στην ηγεσία των συντηρητικών. Ο Νάιτζελ Φάρατζ από την άλλη είναι ένας ευφυής τσαρλατάνος του αγγλικού πολιτικού συστήματος, ο οποίος πάτησε στις δυσκολίες της κρίσης για να εκτοξευτεί σε κεντρικό παίκτη. Και οι δύο είπαν τα απίθανα ψέματα στην προεκλογική περίοδο όντας βέβαιοι πως δεν θα κληθούν να αποδείξουν τίποτα από τα λεγόμενα τους. Αντίθετα, παραμένοντας η χώρα στην Ε.Ε. θα εκμεταλλεύονταν τις δυσκολίες μετατρεπόμενοι έτσι σε θεσμικούς παράγοντες σεβαστούς στην διαφορετική τους θέση. 

Έλα μου όμως που κέρδισαν…