Έναν μικρό γρίφο εν είδει αστείου έθεσα, πριν λίγες μέρες, στους φίλους μου σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ο οποίος έλεγε: τί κοινό χαρακτηριστικό είχαν οι μεγάλοι ήρωές μας, στον επιτυχή απελευθερωτικό αγώνα του 1821; Φυσικά δεν αναζητούσαμε κάποιο αυτονόητο χαρακτηριστικό, όπως για παράδειγμα ότι αγαπούσαν την πατρίδα τους, ότι είχαν κοινό σκοπό τους την απελευθέρωσή της, ότι ήταν ατρόμητοι στις μάχες, θαρραλέοι και άφοβοι μπρος στα βόλια του εχθρού. Όλα αυτά φυσικά ισχύουν. Εδώ αναζητούσαμε ένα χαρακτηριστικό που ίσως μας φανεί περίεργο όταν το εντοπίσουμε.

Ένα χαρακτηριστικό που δεν αποτελεί για πολλούς σήμερα αυτονόητο εφόδιο στη μάχη για την απελευθέρωση μιας πατρίδας, όταν σε τέτοιες είδους μάχες συνήθως (όπως πιστεύουμε σήμερα οι περισσότεροι από εμάς) μεγαλύτερο ρόλο παίζουν η σωστή πολεμική τακτική, η προετοιμασία, ο πλήρης εφοδιασμός σε τρόφιμα και πολεμοφόδια κοκ. Και πράγματι όλα αυτά θα πρέπει με πολύ προσοχή, κόπο και ξόδεμα φαιάς ουσίας και χρήματος να έχουν γίνει καιρό πριν, ώστε κάθε τέτοιος αγώνας να έχει σημαντικές πιθανότητες επιτυχίας. Είναι γνωστό ότι όποιος κάθεται με σταυρωμένα χέρια περιμένοντας από τους άλλους να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά συνήθως εκείνος είναι που την «πατά» πρώτος, κι ας μη το πολυ-πιστεύει μέχρι να του συμβεί. Αυτό τουλάχιστον δείχνει η εμπειρία αιώνων, σε αγώνες και πολεμικές συγκρούσεις.

Αλλά κάναμε θαρρώ μεγάλη εισαγωγή. Ας επιστρέψουμε στην αναζήτηση του χαρακτηριστικού εκείνου που είχαν οι Αγωνιστές μας κι οι οποίοι, πέραν των πολεμικών τους προσόντων και της αγάπης τους για την Ελλάδα, τους βοήθησε να έχουν αρχικά επιτυχίες στις μάχες σε θάλασσα και στεριά και στη συνέχεια σταδιακά να απελευθερώσουν μεγάλες πόλεις και περιοχές του ελληνικού χώρου σχηματίζοντας σιγά-σιγά το πρώτο νεοελληνικό κρατίδιο με πρωτεύουσα το Ναύπλιο και πρώτον Κυβερνήτη τον Καποδίστρια.

Το χαρακτηριστικό αυτό θα καθρεφτιστεί λαμπρά στις ελληνικές σημαίες που κυμάτιζαν ολόμπροστα στις μάχες, στους όρκους πριν τις μάχες, αμέσως μετά την απελευθέρωση στο ποιόν του πρώτου εξαίρετου Έλληνα Κυβερνήτη, στο πρώτο και όλα τα επόμενα Συντάγματα των αντιπροσώπων του Έθνους και σε δεκάδες άλλες εκδηλώσεις της ζωής των ανώνυμων ανθρώπων του Γένους μας, είτε σε πολεμικές μάχες, είτε σε καιρό ειρήνης. Νομίζω αρκετοί θα έχετε ήδη καταλάβει που αναφέρομαι. Αναφέρομαι στην χριστιανική ζωή που ζούσαν οι πρόγονοί μας, ατόφια και καθάρια σε όποια κοινωνική τάξη κι αν ανήκαν, σε όποιο γεωγραφικό διαμέρισμα ή περιοχή κι αν δρούσαν. Η αυτονόητη εμπλοκή της ζωής τους στην μυστηριακή ζωή της Ορθοδοξίας.

Τα επόμενα παραδείγματα απλά αποτελούν μια ελάχιστη σταχυολόγηση όσων θα μπορούσαν να παρατεθούν. Ο Αρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε κάποτε φιλοξενήσει εν γνώσει του τον φονιά του αδερφού του, ο οποίος δεν εγνώριζε ότι εκείνος που τον φιλοξενούσε ήταν ο Γέρος του Μωριά. Κι όταν η μάνα του, του είπε: «Παιδί μου, δίνεις να φάει ψωμί ο φονιάς του παιδιού μου;», της απάντησε ο Κολοκοτρώνης «Σώπα μάνα, αυτό είναι το καλύτερο μνημόσυνο του σκοτωμένου». Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης «έντυσε» με ασήμι την Παναγία την Προυσιώτισσα καθώς είχε κάνει τάμα, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την ασθένεια που τον ταλαιπωρούμε και από την οποία γιατρεύτηκε κατά την παραμονή του στην Μονή. Στο ίδιο μοναστήρι είχαν βρει καταφύγιο πολλές φορές κι άλλοι αγωνιστές, όπως ο Κατσαντώνης, ο Μπότσαρης κ.ά.

Ο Ναύαρχος και πυρπολητής του οθωμανικού στόλου Κωνσταντίνος Κανάρης είχε πει για την νύχτα που ανατίναξε με τους συναγωνιστές του την ναυαρχίδα στην Χίο, σαν αντίποινα της σφαγής των Ελλήνων του νησιού από τους Τούρκους τις προηγούμενες ημέρες: «Πριν μπούμε στα πυρπολικά να κάψουμε τον μεγαλύτερο στόλο της Μεσογείου, την νύχτα στην παραλία, ψάλαμε την παράκληση της Παναγίας». Κι αναρωτιέται κανείς, με τί φως και με τί βιβλία ψάλανε την παράκληση; Η απάντηση είναι απλή, την γνώριζαν απ’ έξω. Με τον ίδιο τρόπο που γενιές και γενιές Ελλήνων διέσωσαν μνημονικά, την Ιλιάδα, την Οδύσσεια και κατόπιν τον Ερωτόκριτο και τόσα άλλα υπέροχα ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα.

Την ήξεραν λοιπόν απ’ έξω την παράκληση, ενώ επίσης γνώριζαν και συμμετείχαν στην εκκλησιαστική ζωή που ήταν αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με την καθημερινή κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική τους ζωή. Ήξεραν και τηρούσαν τις νηστείες και το τυπικό της Ορθοδοξίας, ήξεραν το σωστό και το λάθος, είχαν κάτι τόσο απλό και τόσο δυσεύρετο, πολύ φοβάμαι, σήμερα. Την κοινή λογική. Είχαν μια σχέση αγαθή με την Παναγία και τον Χριστό, μια σχέση απλή και δυνατή.

Ίσως ο συνδυασμός ενός πολεμιστή με την πίστη στην Παναγία και τον Ιησού Χριστό να ηχεί περίεργα στα αυτιά μας σήμερα, αλλά θα χρησιμοποιήσω ένα τελευταίο παράδειγμα από την περιοχή των Χανίων. Σε συνέντευξή που μου είχε παραχωρήσει προ ετών και λίγους μήνες πριν κοιμηθεί ο αείμνηστος δάσκαλος και αντάρτης του ΕΛΑΣ από το Μελιδόνι Αποκορώνου Μιχάλης Χατζηδάκης, είχα διαπιστώσει, παρόλο που μου δήλωσε «αγνωστικιστής», με ένα μικρό μειδίαμα είναι αλήθεια στα χείλη του, πως όχι μόνο γνώριζε απ’ έξω τα μισά τροπάρια της εκκλησίας μας, πολλά από τα οποία μου απάγγειλε αν και κλινήρης, αλλά είχε κάνει μεγάλη χρηματική δωρεά για την κατασκευή του τέμπλου σε ναό του χωριού του…

Οι άνθρωποι λοιπόν αυτοί είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Κι αυτό ήταν η εν Χριστώ ζωή. Δεν ήταν ή δεν δήλωναν απλά Χριστιανοί, ζούσαν σαν Χριστιανοί, παράλληλα με όλες τις άλλες ιδιότητές τους. Είναι το μοναδικό χαρακτηριστικό που πάντα θα ενώνει και ουδέποτε θα διαχωρίζει τους ανθρώπους. Γιατί ανθίζει σε καρδιές που έχουν τη δύναμη να αποδέχονται και να θυσιάζουν τη ζωή τους για το κοινωνικό σύνολο. Καρπίζει σε ανθρώπους που γνωρίζουν την μέθοδο να μεταπλάθουν τις δυσκολίες της ζωής σε ελπίδα, τον πόνο της καθημερινότητας σε καρδιακή χαρμολύπη και την πίστη στον Χριστό σε πίστη στον ίδιο τον Άνθρωπο. Κι η πίστη και αγάπη στον Άνθρωπο συμπορπατεί πάντοτε με την ιδέα και την αξία της Ελευθερίας.

Ηλίας Κοπανάκης
Δρ. Χημικός Μηχανικός Ε.Μ.Π., MSc., Phd.