Η Ευρώπη, η ενοποιητική διαδικασία, το κοινό ιστορικό κεκτημένο ​δεκαετιών ​των λαών της, το αμοιβαίο όφελος από την συμμετοχή σε μια κοινή προσπάθεια, ειρήνης, ανάπτυξης και προόδου, βρίσκονται σήμερα αντιμέτωπα με τον κίνδυνο αναστροφής αυτής της πορείας. Έλλειψη πολιτικής βούλησης​ των εθνικών κυβερνήσεων​ να απαντήσουν στα κοινά προβλήματα με ενότητα, αλληλεγγύη, ​έλλειμμα ​αποφασιστικότητας και αποτελεσματικότητας, επιστροφή σε διαιρέσεις και διαχωρισμούς, αποδυναμώνουν το ενοποιητικό εγχείρημα, μειώνουν ​το ενδιαφέρον και ​την υποστήριξη των Πολιτών, επιτρέπουν σε αντιευρωπαϊκές, λαϊκιστικές και δημαγωγικές δυνάμεις να ενισχύονται στις χώρες μας.

Στα ερωτήματα για το μέλλον της Ευρώπης, για την κοινή ασφάλεια και άμυνα, την συνοχή, την δημοσιονομική σταθερότητα και την ανάπτυξη, την απασχόληση, η απάντηση της ΕΕ, πρέπει να είναι η θεσμική ενίσχυση του δημοκρατικού, υπερεθνικού χαρακτήρα της, η προώθηση της πολιτικής ενοποίησης, περισσότερη Ευρώπη, απέναντι στις λογικές της διακυβερνητικής στασιμότητας, της επιφανειακής προσέγγισης των κοινών ευρωπαϊκών προβλημάτων, που ​οδηγούν σε αποδυνάμωση το ενοποιητικό σχέδιο.​ 

Η Ε.Ε., οι εθνικές κυβερνήσεις, απέναντι στην αυξανόμενη άνοδο του ευρωσκεπτικισμού, ​του εθνικισμού, ​της επιστροφής στις στενές εθνικές αντιλήψεις, οφείλουν να ακολουθήσουν έναν φιλόδοξο οδικό χάρτη που θα θέτει υπο κοινή ευρωπαϊκή ευθύνη όλα τα μεγάλα ευρωπαϊκά ζητήματα, την ασφάλεια, την μετανάστευση, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, την κοινωνική ευημερία, που θα επιφέρει την αναγκαία μεταρρύθμιση στην λειτουργία του θεσμικού χαρακτήρα της Ένωσης.