Το δεύτερο εξάμηνο κάθε έτους είναι το εξάμηνο που καλείται ο κάθε πολίτης να πληρώσει τον φορολογικό του λογαριασμό. Έναν λογαριασμό ο οποίος ειδικά φέτος είναι ιδιαίτερα επαυξημένος. Νέες αυξήσεις φόρων παντού. Άμεσοι φόροι, έμμεσοι φόροι, φόροι στην περιουσία, φόροι στην κατανάλωση και το δημόσιο χρέος συνεχίζει να αυξάνεται ενώ η ανάπτυξη δεν φαίνεται πουθενά. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάτι κάνουμε λάθος. Η συνταγή που μας δόθηκε είτε ήταν εσφαλμένη είτε δεν εφαρμόστηκε σωστά.

Παρά το γεγονός ότι η  οικονομική κρίση του 2008 επηρέασε σημαντικά τις δημοσιονομικές εξελίξεις σε όλες τις χώρες, θα ήταν λάθος  να συμπεράνουμε ότι η χρηματοπιστωτική κρίση και οι επιπτώσεις της στην πραγματική οικονομία ευθύνονται για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό της ελληνικής οικονομίας.  Η Ελλάδα ενώ παρουσίαζε σημαντικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης σε όλη τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας, δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να τιθασεύσει τα δημοσιονομικά της ελλείμματα. Η οικονομική κρίση μάλλον ανέδειξε παρά προκάλεσε την εξαιρετικά αδύναμη δημοσιονομική θέση της χώρας μας.

Ο προσδιορισμός του σωστού μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής κατά τη διάρκεια οικονομικών κρίσεων και ιδιαίτερα σε χώρες που έχουν ήδη ψηλό δημόσιο χρέος απαιτεί εξαιρετική μαεστρία. Με την είσοδο μας στα μνημόνια όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις ακολούθησαν ένα μίγμα πολιτικής που στηριζόταν κυρίως στην αύξηση της φορολογίας (άμεσης και έμμεσης) και λιγότερο στην περικοπή των δημόσιων δαπανών.

Μελέτες που έχουν διεξαχθεί σχετικά με τις δημοσιονομικές κρίσεις δείχνουν ότι οι δημοσιονομικές προσαρμογές που στηρίζονται περισσότερο στη μείωση δαπανών (με εξαίρεση τις δημόσιες επενδύσεις) και όχι στην αύξηση της φορολογίας οδηγούν σε διατηρήσιμη μείωση του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους ως ποσοστών του ΑΕΠ. Παρατηρήθηκε επίσης ότι οι επιπτώσεις μιας δημοσιονομικής προσαρμογής στην οικονομική ανάπτυξη δεν είναι απαραίτητα αρνητικές. Ενώ δηλαδή θα περιμέναμε με βάση την παραδοσιακή κεϋνσιανή προσέγγιση μία δημοσιονομική προσαρμογή να επιδράσει αρνητικά στην οικονομική ανάπτυξη, στην πράξη η αρνητική αυτή επίδραση δεν επιβεβαιώθηκε. Ο λόγος που δεν συνέβει αυτό πιθανότατα σχετίζεται με το γεγονός ότι η δημοσιονομική προσαρμογή δημιούργησε  θετικές προσδοκίες των ατόμων σχετικά με τη μείωση των μελλοντικών αναγκών του δημοσίου και κατά συνέπεια τη μελλοντική μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων.

Σημαντική παράμετρος στην επιτυχία μιας δημοσιονομικής προσαρμογής είναι η ικανότητα της να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα των δημόσιων δαπανών, ιδιαίτερα δε αν συνοδεύεται και από διαρθρωτικές μεταβολές στην αγορά εργασίας και προϊόντων.

Κύριο χαρακτηριστικό των δημοσιονομικών προσαρμογών που κυριάρχησαν στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 είναι η διαφοροποίηση πολιτικής ανάμεσα στις χώρες του Βορρά και του Νότου. Οι μεν χώρες του Βορρά ακολούθησαν προσαρμογές που στηρίχθηκαν κυρίως στην πλευρά των δαπανών, ενώ οι χώρες του Νότου στηρίχθηκαν κυρίως στην πλευρά των εσόδων. Αυτό ερμηνεύει πιθανότατα το γεγονός ότι σε όλη την περίοδο της δεκαετίας του 2000 τα δημοσιονομικά ελλείμματα των χωρών του Βορρά κρατήθηκαν σε πολύ χαμηλά επίπεδα και οι χώρες αυτές αντιμετώπισαν τα λιγότερα προβλήματα με την οικονομική κρίση.

Στην Ελλάδα η δημοσιονομική προσαρμογή του 1993-1999 στηρίχθηκε κυρίως στην αύξηση της φορολογίας. Η όποια μείωση δαπανών προήλθε από τη μείωση των τόκων εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους λόγω αποκλιμάκωσης των επιτοκίων. Στην μετά το 2000 περίοδο οι προϋπολογισμοί μόνιμα παρουσίαζαν υστέρηση εσόδων και υπέρβαση δαπανών, ενώ ο στόχος για το έλλειμμα δεν επιτυγχανόταν ποτέ.  Η αδυναμία εκτέλεσης των προϋπολογισμών είναι μάλλον θεσμική και οφείλεται στην αδυναμία είσπραξης των προϋπολογισθέντων εσόδων και στην αδυναμία συγκράτησης των δημόσιων δαπανών στα προϋπολογισθέντα επίπεδα.

Η συνέχεια είναι λίγο πολύ σε όλους μας γνωστή. Οι συνταγές της υπερφορολόγησης δεν απέδωσαν τα προσδοκώμενα, τουναντίον βύθισαν την Ελληνική οικονομία σε μία παρατεταμένη στασιμότητα. Απαιτείται άμεσα ένα νέο μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής, βασισμένο κυρίως στην μείωση των κρατικών δαπανών και στον σχεδιασμό μίας πιο στοχευμένης και προσεκτικής φορολογικής πολιτικής.
Οι έμμεσοι φόροι σήμερα στην Ελλάδα αποφέρουν περίπου τα 2/3 των συνολικών φοροκλογικών εσόδων και έχουν σημαντική αναδιανεμητική δύναμη. Δεν έχουν όμως όλοι οι έμμεσοι φόροι τα ίδια αναδιανεμητικά χαρακτηριστικά. Ο ΦΠΑ επιβαρύνει περισσότερο τα μεσαία στρώματα, ο φόρος στη βενζίνη θεωρείται περισσότερο προοδευτικός ενώ ο φόρος στο πετρέλαιο θέρμανσης είναι κατεξοχήν αντίστροφα προοδευτικός.  Η σωστή αναμόρφωση λοιπόν της έμμεσης φορολογίας μπορεί και πρέπει να συνδυάζει την επίτευξη του εισπρακτικού στόχου παράλληλα με την αναδιανεμητική επίπτωση ώστε να προστατεύονται τα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας.

Και μην ξεχνάμε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να αποδώσει μία πολιτική είναι να χαρακτηρίζεται από συνέχεια, συνέπεια και αξιοπιστία. Τα περιθώρια πλέον έχουν εξαντληθεί. Απαιτείται άμεσα σοβαρότητα από πολίτες και πολιτικούς. Βρισκόμαστε πλέον στην παράταση. Τα πέναλτυ δεν θα αργήσουν.