Η επίσκεψη του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας  κου Κυριάκου Μητσοτάκη στα Χανιά είχε μία σειρά από σηματοδοτήσεις. Πρώτα απ’ όλα έπρεπε να πείσει ότι είναι αρχηγός. Τον αμφισβητεί κανείς; Προς το παρόν όχι. Απλά έχει δυσκολία να συγκριθεί με τα δύο μεγάλα πολιτικά εκτοπίσματα του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και της Ντόρας Μπακογιάννη και δυστυχώς, η διαδρομή του στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης έδειξε ότι θέλει δουλειά και εμπειρία ακόμα.

Οι Χανιώτες τον δέχτηκαν φιλόξενα και ειδικά ο κόσμος επιρροής του πατέρα του. Δεν φάνηκαν να ενοχλήθηκαν από τις γενικόλογες παρεμβάσεις του στα τοπικά θέματα και την απουσία πρότασης εξόδου από την κρίση. Οι τσικουδιές και οι μεζέδες αντικατέστησαν τον μεστό ειλικρινή πολιτικό διάλογο με την κοινωνία. Θα πρέπει ο κος Μητσοτάκης να καταλάβει, ότι δεν μπορεί ο διάλογός με την κοινωνία να αποτελείται από συνθήματα, ατάκες και θέσεις που δεν προάγουν την εθνική συνεννόηση.

Δεν πρέπει να αντιγράφει και να συνεχίζει τον πολιτικό τυχοδιωκτισμό του Αντώνη Σαμαρά  και Κώστα Καραμανλή. Τον έχει πληρώσει πολύ ακριβά η οικογένειά του αλλά και ο Ελληνικός λαός. Το ερώτημα είναι: έχει την ικανότητα να πείσει τούς Έλληνες, ότι αποτελεί πρόταση ελπίδας, οράματος και ικανότητας εξόδου από την κρίση με κοινωνική δικαιοσύνη, προοδευτικές και ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις; 

Ένα δείγμα θα είναι η επιλογή των προσώπων που θα στελεχώσουν το ψηφοδέλτιο της Νέας Δημοκρατίας στα Χανιά, όποτε γίνουν οι εκλογές. Οι ψηφοφόροι  εξ’ αιτίας της οικονομικής και αξιακής κρίσης έχουν διαμορφώσει νέα κριτήρια επιλογής πολιτικών προσώπων. Θέλουν να εκπροσωπούνται πλέον από πρόσωπα έντιμα, καταξιωμένα κοινωνικά, πετυχημένα επαγγελματικά (αυτό που λέει θυμοσοφικά  ο απλός λαός: Να έχουν ένσημα), που να έχουν βασίσει  την μέχρι τώρα πορεία τους στις δικές τους δυνάμεις. Δεν θέλουν υποψήφιους που λειτουργούν παρασιτικά και κολαούζοι της κάθε αρχηγικής ομάδας.

Τα Χανιά πρέπει να εκπροσωπούνται δυναμικά. Τα προβλήματα είναι τεράστια και η απουσία πολιτικής διαχείρισης στα Χανιά είναι εμφανής ακόμα και από τους τοπικούς βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ. 

Επανέρχεται έτσι το διαχρονικό ερώτημα: Έχουμε την ικανότητα και ωριμότητα ως κοινωνία, να επιλέγουμε τους ικανότερους συμπολίτες μας για την διαχείριση εξουσίας;