Η ψυχολογία των ελληνικών νοικοκυριών έπεσε ακόμη πιο χαμηλά τον Ιούλιο, οι φόβοι για την απώλεια της δουλειάς εντάθηκαν, προοπτική εξόδου από την κρίση δεν διαφαίνεται, ενώ οι Έλληνες παραμένουν μακράν οι πλέον απαισιόδοξοι στην Ευρώπη.

Όλα αυτά, σύμφωνα με το δημοσίευμα στο protothema.gr, προκύπτουν από την ανάλυση οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ (Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών), αλλά η είδηση μάλλον βρίσκεται αλλού: οι Ευρωπαίοι πολίτες αρχίζουν πλέον και τα βλέπουν “μαύρα” και αυτοί! Και πώς θα μπορούσε, βεβαίως, να γίνει διαφορετικά όταν ο ένας μετά τον άλλο οι ταγοί της Ευρώπης προβαίνουν σε αρκετά αγωνιώδεις δηλώσεις σχετικά με το ότι δεν φέρνουν αποτέλεσμα οι αποφάσεις της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής;

Τελευταίο …κρούσμα, ο ίδιος ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, ο οποίος δήλωσε το μεσημέρι της Πέμπτης ότι «οι τολμηρές αποφάσεις της 21ης Ιουλίου, δεν έχουν την επίδραση που θα θέλαμε στις αγορές. Οι αγορές αντανακλούν, πρώτα και κύρια, την χωρίς πειθαρχία επικοινωνία, την πολυπλοκότητα και τις ατέλειες του πακέτου της 21ης Ιουλίου», αναφέρει ο Barroso στην επιστολή του. «Είναι ξεκάθαρο ότι πλέον δεν διαχειριζόμαστε μια κρίση που επηρεάζει μόνο την περιφέρεια της ευρωζώνης»…

Αλλά ας επιστρέψουμε στην ανάλυση του ΙΟΒΕ. Μεταξύ άλλων τονίζεται ότι ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης των ελληνικών νοικοκυριών σημειώνει δεύτερο διαδοχικό χαμηλό ρεκόρ τον Ιούλιο και διαμορφώνεται στις -76,8 μονάδες (από -75 μονάδες).

“Οι Έλληνες καταναλωτές παραμένουν εξαιρετικά δύσπιστοι για τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας για έξοδο από την κρίση. Ακόμα πιο απαισιόδοξοι είναι όμως για τα οικονομικά του νοικοκυριού τους, καθώς η ανασφάλεια για την απώλεια της εργασίας τους, αλλά και η συνεχιζόμενη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος κυριαρχούν ως τάσεις.”

Έτσι, οι Έλληνες καταναλωτές είναι και αυτό το μήνα οι πιο απαισιόδοξοι στην Ευρώπη, ενώ ακολουθούν με μεγάλη διαφορά οι Πορτογάλοι, οι Ρουμάνοι και οι Βούλγαροι. Πάντως και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η καταναλωτική εμπιστοσύνη επιδεινώνεται, τόσο στην ΕΕ, όσο και την Ευρωζώνη, (στις -12,4 και -11,2 μονάδες αντίστοιχα). Και μόνο σε οκτώ χώρες (Δανία, Γερμανία, Εσθονία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Αυστρία, Φινλανδία, Σουηδία) καταγράφονται τον Ιούλιο θετικοί δείκτες.

Και τα επιμέρους δεδομένα της συγκυρίας αναδεικνύουν με πειστικό τρόπο τη ζοφερή πραγματικότητα που βιώνουν οι Έλληνες στην καθημερινότητά τους:

Σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα οι προβλέψεις για την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών

Οι δυσμενείς προβλέψεις των Ελλήνων καταναλωτών για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους τους προσεχείς 12 μήνες εντείνονται αισθητά τον Ιούλιο, με το σχετικό δείκτη να χάνει σχεδόν 8 μονάδες και να διαμορφώνεται στις -70,7, σε νέα ιστορικά χαμηλή επίδοση. Το ποσοστό των Ελλήνων καταναλωτών που πιστεύει ότι το επόμενο διάστημα η οικονομική του κατάσταση θα επιδεινωθεί ελαφρά ή αισθητά διευρύνεται στο 80% (από 76%), ενώ μόλις το 2% αναμένει ελαφρά βελτίωση. Οι σχετικοί δείκτες της ΕΕ και της Ευρωζώνης διαμορφώνονται αντίστοιχα στις –6,2 και -6,0 μονάδες.

Επιδείνωση και στις ήδη πολύ δυσμενείς προβλέψεις για την οικονομική κατάσταση της χώρας

Οι προβλέψεις των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας τους το προσεχές 12-μηνο επιδεινώνονται περαιτέρω τον Ιούλιο και διαμορφώνονται στα ιστορικά χαμηλά επίπεδα του περασμένου Δεκεμβρίου, στις -76,5 μονάδες (από -72,7). Το ποσοστό των καταναλωτών που προβλέπουν μεγάλη επιδείνωση διευρύνεται ελαφρά στο 79% (από 77%), ενώ το ποσοστό εκείνων που αναμένει ελαφρά βελτίωση αυξάνεται οριακά στο 5%. Οι σχετικοί αρνητικοί δείκτες σε ΕΕ και Ευρωζώνη διευρύνονται στις -16,1 και -14,2 μονάδες αντίστοιχα.

Σε πολύ χαμηλά επίπεδα παραμένει η πρόθεση για αποταμίευση, παρά τη μικρή άνοδο

Μετά από τέσσερις μήνες υποχώρησης και τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα του Ιουνίου, τον Ιούλιο η πρόθεση για αποταμίευση τους προσεχείς 12 μήνες κερδίζει 2 μονάδες και ο σχετικός δείκτης φθάνει στις -71,9 μονάδες, χωρίς όμως να αλλάζει κάτι επί της ουσίας. Το 84% (από 87%) των ελληνικών νοικοκυριών δεν θεωρεί πιθανή την αποταμίευση το επόμενο 12μηνο, ενώ ανέρχεται στο 14% (από 12%) το ποσοστό εκείνων που την κρίνει ως αρκετά ή πολύ πιθανή. Οι σχετικοί δείκτες σε ΕΕ και Ευρωζώνη επιδεινώνονται ελαφρά, στις -5,9 και -8,2 μονάδες αντίστοιχα.

Εξαιρετικά δυσμενείς παραμένουν οι προβλέψεις για άνοδο της ανεργίας

Μετά τα ιστορικά υψηλά του Ιουνίου, τον Ιούλιο ο δείκτης πρόβλεψης των καταναλωτών για την εξέλιξη της ανεργίας τους προσεχείς 12 μήνες διαμορφώνεται κατά 2,5 περίπου μονάδες χαμηλότερα, στις 88,2, με τη συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών νοικοκυριών να αναμένει και πάλι άνοδο της ανεργίας εντός 12μήνου. Το εξαιρετικά υψηλό 84% των νοικοκυριών αναμένει αισθητή αύξηση της ανεργίας (από 88%), ενώ οι αντίστοιχοι δείκτες σε ΕΕ και Ευρωζώνη αυξάνονται στις +21,2 και +16,1 μονάδες.

Οριακή επιδείνωση της πολύ χαμηλής πρόθεσης για μείζονες αγορές

Η πρόθεση των καταναλωτών για σημαντικές αγορές τους προσεχείς 12 μήνες (επίπλων, ηλεκτρικών συσκευών, κ.λπ.) υποχωρεί οριακά τον Ιούλιο, με το σχετικό δείκτη να φθάνει τις –71,3 μονάδες (από -70,1). Το ποσοστό των Ελλήνων καταναλωτών που προβλέπει ότι θα διατηρήσει το υφιστάμενο επίπεδο δαπανών διευρύνεται στο 14% (από 10%), ενώ οι σχετικοί ευρωπαϊκοί δείκτες διαμορφώνονται αμφότεροι στις -23,8 μονάδες σε ΕΕ και Ευρωζώνη.

Μικρή αποκλιμάκωση των πληθωριστικών προσδοκιών

Η έντονη κλιμάκωση στις προβλέψεις των τιμών τους προσεχείς 12 μήνες τον Ιούνιο λόγω έμμεσων φόρων, δίνει τη θέση της σε ελαφρώς λιγότερο πληθωριστικές προβλέψεις τον Ιούλιο, με το σχετικό δείκτη να χάνει 10 μονάδες και να διαμορφώνεται στις 32,8 μονάδες, παραμένοντας όμως πάνω από τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους (26,1 στην ΕΕ και 25,4 στην Ευρωζώνη). Το 60% των καταναλωτών (από 66%) αναμένει άνοδο τιμών με τον ίδιο ή ταχύτερο ρυθμό, ενώ ένα 13% (από 9%) προβλέπει μείωση.

Ενίσχυση του ποσοστού εκείνων που «μόλις τα βγάζουν πέρα»

Ως προς την τρέχουσα οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους τον Ιούλιο, το ποσοστό των ελληνικών νοικοκυριών που κρίνει ότι έχει αυξήσει λίγο ή πολύ την αποταμίευσή του διευρύνεται μετά από τέσσερις μήνες υποχώρησης στο 16% (από 13%), ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται στο 59% (από 53%) το ποσοστό των καταναλωτών που δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα». Τα νοικοκυριά που αναφέρουν ότι αντλούν από τις αποταμιεύσεις τους περιορίζονται στο 11% (από 16%), ενώ το ποσοστό εκείνων που δηλώνουν ότι έχουν χρεωθεί υποχωρεί στο 14% (από 17%).

Τον Ιούλιο, στην έρευνα καταναλωτών εξετάζονται τρία επιπρόσθετα ζητήματα που εξετάζονται σε τριμηνιαία βάση και τα οποία εξειδικεύουν ακόμα περισσότερο την πρόθεση για μείζονες αγορές διαρκών καταναλωτικών αγαθών (αυτοκίνητο, κατοικία) και έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως πρόδρομοι δείκτες για την ιδιωτική κατανάλωση. Αναλυτικότερα:

  • Τον Ιούλιο, η πρόθεση αγοράς αυτοκινήτου εντός των επόμενων 12 μηνών παραμένει σχεδόν στα ίδια, ιστορικά χαμηλά επίπεδα της μέτρησης του Απριλίου, με το σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στις -88,8 μονάδες (από -89,2). Οι μεταβολές των αντίστοιχων δεικτών σε ΕΕ και Ευρωζώνη είναι επίσης οριακές (στις -74,4 και -78,1 μονάδες αντίστοιχα στις δύο ζώνες). Το ποσοστό των Ελλήνων καταναλωτών που δηλώνει ότι είναι αρκετά ή πολύ πιθανό να προβεί σε αγορά αυτοκινήτου το επόμενο 12μηνο παραμένει στο 4%.
  • Σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα διαμορφώνεται η πρόθεση για αγορά ή κατασκευή κατοικίας εντός των επόμενων 12 μηνών τον Ιούλιο, με το σχετικό δείκτη να φθάνει στις -95,2 μονάδες (από -92,6 μονάδες στη μέτρηση Απριλίου). Η επίδοση αυτή είναι χαμηλότερη από τις μέσες ευρωπαϊκές τιμές, οι οποίες παραμένουν στα ίδια σχεδόν επίπεδα, στις -89,6 και -90,4 μονάδες αντίστοιχα σε ΕΕ και Ευρωζώνη. Από τα ελληνικά νοικοκυριά, λιγότερο από το 1% δηλώνει με βεβαιότητα ότι θα προβεί σε αγορά/ κατασκευή κατοικίας τον επόμενο χρόνο, ενώ το 2% κρίνει και πάλι ότι ίσως και να προβεί σε σχετικές δαπάνες.
  • Εξασθενεί και η πρόθεση πραγματοποίησης σημαντικών δαπανών για βελτίωση / ανανέωση της κατοικίας εντός των επόμενων 12 μηνών, με το σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στις -82,9 μονάδες (από -78), όταν οι αντίστοιχοι ευρωπαϊκοί δείκτες παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητοι, στις -57,3 και -60,3 μονάδες σε ΕΕ και Ευρωζώνη αντίστοιχα. Το ποσοστό των ελληνικών νοικοκυριών που δηλώνουν αρκετά ή πολύ πιθανό να πραγματοποιήσουν σημαντικές σχετικές δαπάνες το επόμενο διάστημα περιορίζεται στο 6% (από 9%).