Προς το θετικότερο αναθεώρησε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τις εκτιμήσεις του για την πορεία του πρωτογενούς πλεονάσματος τόσο για το 2016 όσο και για την περίοδο 2017-2018. Εγκατέλειψε την εκτίμηση ότι το πρωτογενές πλεόνασμα του 2016 δεν θα ξεπεράσει το 0,1% -αυτή η θέση είχε διατυπωθεί μέσω της αντίστοιχης έκθεσης που είχε δημοσιευτεί τον περασμένο Οκτώβριο- και πλέον ανέβασε τον πήχη στο 3,3%.

Παρά τη βελτίωση των εκτιμήσεων, το ΔΝΤ επιμένει ότι ο στόχος για πλεόνασμα 3,5% που προβλέπει το μνημόνιο για την επόμενη χρονιά δεν θα επιτευχθεί. Εκτιμά ότι το πρωτογενές πλεόνασμα δεν θα ξεπεράσει το 2%, έναντι στόχου 3,5%.
Και ενώ αυτή η εκτίμηση ουσιαστικά ισοδυναμεί με «δημοσιονομικό κενό» της τάξεως των 3 δισ. ευρώ, η ελληνική κυβέρνηση έσπευσε με το που έγιναν γνωστές οι προβλέψεις να προλάβει κάθε συζήτηση για το ενδεχόμενο επιβολής νέων μέτρων κατά τον τελευταίο χρόνο εφαρμογής του 3ου μνημονίου.

Μέσω άτυπης ενημέρωσης που εκδόθηκε από το Μέγαρο Μαξίμου, το περιβάλλον του πρωθυπουργού έσπευσε να τονίσει ότι «δεν υπάρχει κανένα ζήτημα πρόσθετων μέτρων για το 2018 καθώς το πρόβλημα των διαφορετικών προβλέψεων έχει λυθεί ήδη από τον Μάιο του 2016, στο πλαίσιο της πρώτης αξιολόγησης, με τη θεσμοθέτηση του αυτόματου μηχανισμού δημοσιονομικής προσαρμογής». Απαισιόδοξο παραμένει το Ταμείο και όσον αφορά το πρωτογενές πλεόνασμα της διετίας 2019-2020, καθώς εκτιμά ότι αυτό δεν πρόκειται να ξεπεράσει το 1,5% του ΑΕΠ.
Με δεδομένη πλέον τη συμφωνία της Μάλτας, αν επιβεβαιωθεί η πρόβλεψη του ΔΝΤ -και δεδομένης και της εκτίμησης ότι ο δημοσιονομικός στόχος για τη συγκεκριμένη διετία θα παραμείνει στο 3,5% του ΑΕΠ- τότε:

1. Το 2019 θα υλοποιηθεί όχι μόνο η περικοπή των συντάξεων, αλλά και η μείωση του αφορολόγητου καθώς για να επιτευχθεί ο στόχος του 3,5% του ΑΕΠ θα χρειαστούν μέτρα ύψους 2%.

2. Τόσο κατά το 2019 όσο και κατά το 2020 δεν θα υπάρχει δημοσιονομικό περιθώριο για κανένα από τα θετικά μέτρα που θα ψηφιστούν στη Βουλή μέσα στον Μάιο (σ.σ.: μείωση συντελεστή φορολογικής κλίμακας, μείωση συμμετοχής στα φάρμακα, μείωση ΕΝΦΙΑ, μείωση εισφοράς αλληλεγγύης, αύξηση επιδόματος τέκνων κ.λπ.).

Οι προβλέψεις ανά δημοσιονομικό μέγεθος

Αναλυτικά οι προβλέψεις του Ταμείου όσον αφορά τα βασικά δημοσιονομικά μεγέθη όπως αποτυπώθηκαν στην έκθεση fiscal monitor που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα εν όψει και της έναρξης της εαρινής συνόδου, έχουν ως εξής:

Το πρωτογενές πλεόνασμα του 2016 προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί στο 3,3% (από 0,1% που ήταν η εκτίμηση τον περασμένο Οκτώβριο). Για το 2017 προβλέπεται μείωση του πλεονάσματος. Το ΔΝΤ προβλέπει οριακή επίτευξη του μνημονιακού στόχου που ορίζει το πρωτογενές πλεόνασμα στο 1,75%, καθώς κάνει λόγο για αποτέλεσμα της τάξεως του 1,8%. Για το 2018 προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα μόλις 2%, χαμηλότερο κατά 1,5% του μνημονιακού στόχου του 3,5%. Από το 2019 το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 1,5%.

Σχολιάζοντας τις εκτιμήσεις του Ταμείου για το πρωτογενές πλεόνασμα, το Μέγαρο Μαξίμου «χαιρέτισε την αναθεώρηση των προβλέψεων του ΔΝΤ», υπενθυμίζοντας ότι στην προηγούμενη έκθεσή του, το φθινόπωρο το 2016, προέβλεπε πρωτογενές πλεόνασμα 0,1% για το 2016. «Αντ’ αυτού, τώρα αποδέχεται την υπεραπόδοση σχεδόν κατά 7 φορές πάνω από τον στόχο του 0,5% στο 3,3% ή αλλιώς κατά 5,8% πάνω από αυτό που προέβλεψε το φθινόπωρο του 2016». Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι στην έκθεση το ΔΝΤ αναφέρει ότι η εκτίμηση του 2016 στηρίζεται στα στοιχεία που πήρε από το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών και αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο αναθεώρησης της εκτίμησης μόλις γίνουν γνωστά τα δεδομένα από τους επίσημους φορείς, δηλαδή την ΕΛΣΤΑΤ και τη Eurostat.

Το ισοζύγιο των φορέων της γενικής κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα είναι μηδενικό για το 2016. Για το 2017 το ΔΝΤ βλέπει έλλειμμα 1,5% του ΑΕΠ, για το 2018 μικρή πτώση στο 1%, ενώ από το 2019 και μετά προβλέπεται επιδείνωση: το 2019 η πρόβλεψη κάνει λόγο για έλλειμμα γενικής κυβέρνησης στο 1,5%, το 2020 στο 1,7%, το 2021 στο 2% και το 2022 στο 2,5%. Στην έκθεση του περασμένου Οκτωβρίου το ΔΝΤ προέβλεπε έλλειμμα 3,4% του ΑΕΠ για το 2016, -2,7% για το 2017, -1,7% για το 2018 και για το 2019, -2% για το 2020 και -2,6% για το 2021.

Τα έσοδα της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ προβλέπεται να υποχωρήσουν από το 2017 και μετά. Το ΔΝΤ βλέπει κορύφωση στο 50,3% του ΑΕΠ για το 2016 και στη συνέχεια συνεχή πτώση: 48,9% το 2017, 47,3% το 2018, 46,4% το 2019, 45,7% το 2020, 45% το 2021 και 44,7% το 2022. Στην έκθεση του περασμένου Οκτωβρίου το ΔΝΤ εκτιμούσε τα έσοδα του 2016 στο 47,2% του ΑΕΠ, για το 2017 προέβλεπε πτώση στο 46,2%, για το 2018 περαιτέρω μείωση στο 45,1% και για το 2019 πτώση στο 44,2%. Για το 2020 προέβλεπε περαιτέρω μείωση στο 43,5% και για το 2021 στο 43,2%.

Οι δαπάνες της γενικής κυβέρνησης θα ανέλθουν στο 50,3% το 2016 και θα αυξηθούν στο 50,5% το 2017, ενώ θα υποχωρήσουν στο 48,3% του ΑΕΠ το 2018, στο 47,8% το 2019, στο 47,4% το 2020, στο 47% το 2021 και θα αυξηθούν στο 47,2% το 2022. Στην έκθεση του περασμένου Οκτωβρίου οι δαπάνες προσδιορίζονταν στο 50,5% για το 2016, για το 2017 στο 48,9%, για το 2018 στο 46,8%, για το 2019 στο 46%, για το 2020 στο 45,5% και για το 2021 στο 45,8%.

Το χρέος της γενικής κυβέρνησης δεν αναμένεται να κορυφωθεί ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2016, αλλά το 2018. Έτσι, προβλέπεται ποσοστό 181,3% για το 2016, 180,7% για το 2017, 181,5% για το 2018, 174,3% για το 2019, 169,2% για το 2020, 165% για το 2021 και 162,8% για το 2022. Οι αντίστοιχες προβλέψεις του 2016 ήταν οι εξής:

183,4% για το 2016,
184,7% για το 2017 αλλά και για το 2018
178,5% για το 2019
173,1% για το 2020 και
169,2% για το 2021

naftemporiki.gr