Οι ημέρες μας είναι δύσκολες. Δεν υπάρχουν εύκολες κόκκινες γραμμές. Ανάμεσα στο σωστό και στο λάθος. Ανάμεσα στην αλήθεια και το ψεύδος. Ανάμεσα στο δίκαιο και στο άδικο. Ανάμεσα στο ηθικό και το άηθες. Ανάμεσα στο ωφέλιμο και το βλαβερό. Η εξήγηση είναι απλή. Κανένα πρόβλημα και ζήτημα δεν έχει μία και μοναδική διάσταση. Ένα και μοναδικό κριτήριο. Και σε κανένα πρόβλημα και ζήτημα δεν προκύπτει ή δεν αναδεικνύεται η προέχουσα διάσταση και το ισχυρότερο κριτήριο με βάση κάποιες γενικές αρχές. 

Στα δικά μας. Η υπόθεση Βαρουφάκη, το βιβλίο του και οι συγκλονιστικές αποκαλύψεις. Πού θα σταθεί επίμονα ο πολίτης; Στο ξεκατίνιασμα ανάμεσα σε κορυφαίους πολιτικούς παράγοντες ή στην ανάγκη προσέγγισης της ουσίας των γεγονότων του επταμήνου του πιο άγριου τυχοδιωκτισμού στο 2015;

 Η υπόθεση εξόδου στις αγορές.  Η Κυβέρνηση θριαμβολογεί. Και βάση αυτού του ξέφρενου ενθουσιασμού της αποτελεί ότι αυτό το πτωχό σε διαστάσεις ομόλογο αν δεν αποδεικνύει τουλάχιστον, πιθανολογεί σφόδρα, μια κάποια επιστροφή της οικονομίας μας στην κανονικότητα. Η αντιπολίτευση επιτίθεται και επιχειρεί να συγκρίνει το ομόλογο Σαμαρά – Βενιζέλου του Μάρτιου – Απριλίου 2014 με το ομόλογο του Αλέξη – Ευκλείδη του 2017. Ολόκληρη η σύγκριση λειτουργεί υπέρ του πρώτου. 

Η υπόθεση του «πολέμου» ανάμεσα στην Κυβέρνηση και τη Δικαιοσύνη.  Για την ακρίβεια η υπόθεση της σκληρής και διαβρωτικής επίθεσης κατά της Δικαιοσύνης και των Δικαστών. Η Κυβέρνηση, ως ομάδα πια, επιτίθεται κατά της Δικαιοσύνης κάθε φορά που εκδίδεται δικαστική απόφαση, που της δημιουργεί προβλήματα. Οι δικαστικές ενώσεις ως γνήσια έκφραση του συνόλου των δικαστικών λειτουργών αμύνονται. Μερικές φορές με σκληρές απαντήσεις. Και κάνουν ένα ακόμη βήμα πιο μπροστά, καταγγέλλοντας την Κυβέρνηση ότι υπονομεύει και βλάπτει και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, καθώς και εκείνη της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. 

Δύο είναι τα ερωτήματα, που ουσιαστικά δεν έχουν απαντηθεί μέχρι σήμερα. Σε επίπεδο ενημέρωσης της κοινής γνώμης. Το πρώτο, έχουν δικαίωμα οι Δικαστές να διατυπώνουν απόψεις πέρα από εκείνες που εντάσσονται στο πλαίσιο μιας δικαστικής απόφασης; Το δεύτερο, έχουν οι δικαίωμα οι απλοί πολίτες, αλλά και οι πολιτικοί να ασκούν κριτική του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων; 

Την ελευθερία και το δικαίωμα έκφρασης των στοχασμών του προφορικά, γραπτά και δια του τύπου έχει ο καθένας μας. Όχι μόνο οι πολίτες μέσα στα σύνορα του ελλαδικού κράτους. Όλοι οι κάτοικοι της Ελλάδας το έχουν. Το έχουν και οι Δικαστές. Δεν είναι καν πειθαρχικό παράπτωμα η έκφραση γνώμης δημόσια. Υπάρχει ένα όριο. Να μην γίνεται με προφανή σκοπό τη μείωση του κύρους της Δικαιοσύνης ή υπέρ ή κατά ορισμένου κόμματος. Το Σύνταγμα του 1974 ξεκαθάρισε το γκρίζο πεδίο που είχε διαμορφωθεί προδικτατορίκα ως προς τη δυνατότητα των Δικαστών να οργανώνονται συνδικαλιστικά. Την κατοχύρωσε ρητά. Και ο κοινός νομοθέτης εξειδίκευσε το περιεχόμενό της. Αποτελεί δικαίωμα η συμμετοχή και η ανάπτυξη δραστηριότητας στις αναγνωρισμένες ενώσεις δικαστών και η έκφραση γνώμης και κριτικής άποψης που γίνεται στο πλαίσιο της συμμετοχής σε αυτές. 

Σ’ αυτό το θεσμικά κατοχυρωμένο υπόβαθρο ο πολίτης, κάθε άνθρωπος που βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια, μπορεί να ασκεί κριτική στις δικαστικές αποφάσεις. Όχι μόνο γιατί η Δικαιοσύνη απονέμεται στο όνομα του ελληνικού λαού. Αλλά και για την ουσιαστική υπεράσπιση της διάκρισης των εξουσιών ως εγγύησης ισορροπίας του πολιτεύματος. 

Το δικαίωμα αυτό ασκείται με κανόνες και με αξίες. Η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία του Δικαστή δεν είναι προϊόν και αποτέλεσμα κάποιων γραφειοκρατικών εγγυήσεων. Κανένα μέλος της σύγχρονης κοινωνίας δεν λειτουργεί ως εάν βρίσκεται μέσα καλά φυλαγμένο θερμοκήπιο. Δεν μπορούμε να αξιώνουμε από τον Δικαστή συνεχώς ηρωικές αποφάσεις όταν ο ίδιος υβρίζεται, λοιδορείται, εκβιάζεται και απειλείται. Η δικονομική συνείδησή του δεν σχηματίζεται ως εάν ο Δικαστής βρίσκεται σε ένα συναισθηματικό, ιδεολογικό και πνευματικό κενό. Πειραματικές πνευματικές καταστάσεις μέχρι σήμερα δεν έχουν εφευρεθεί για να ισχύουν για πολλούς. 

Το ίδιο δικαίωμα κριτικής των δικαστικών αποφάσεων έχει και ο πολιτικός. Είτε διώκεται, είτε διώκει. Μπορεί να υπερασπίσει την τιμή του έναντι του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων, ακόμα και αν αυτές είναι αμετάκλητες. Ποτέ, όμως, με προσωπικές επιθέσεις εναντίον των προσώπων, που έχουν εκτελέσει τα συγκεκριμένα δικαστικά καθήκοντα. 

Για τον πολιτικό, που ασκεί κυβερνητικά καθήκοντα και είναι εν δυνάμει υπόλογος για τις αποφάσεις του ενώπιον της Δικαιοσύνης, οι περιορισμοί στο δικαίωμα κριτικής είναι ακόμα περισσότεροι. Η εκτελεστική εξουσίας είναι όντως εξουσία με πολλά πλοκάμια. Η έκφραση δημόσιας κριτικής των δικαστικών αποφάσεων από την κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας μπορεί να εκληφθεί και ως επέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης. Και από τους πολίτες και από το πολιτικό σύστημα. Προφανώς, με την κριτική του ο κάθε υπουργός δεν έχει το δικαίωμα να λασπολογεί σε βάρος των Δικαστών με αφορμή την έκδοση μιας απόφασης. Οφείλει ο πολιτικός να εξαντλήσει όλα τα μέσα, όλες τις διαδικασίες προτού καταφύγει στην άσκηση δημόσιας κριτικής. Και αν εκτιμά ότι η υπό διαμόρφωση νομολογία ακολουθεί μη ορθό, κατά την εκτίμησή του, προσανατολισμό, ένα δρόμο έχει. Να τροποποιήσει τη νομοθεσία. Αποφεύγοντας την αναδρομική ισχύ των διατάξεων. 

Δικαίωμα άσκησης κριτικής στις δικαστικές αποφάσεις έχει ακόμα και ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Πέρα από την αναγκαία θεσμικά αβρότητα και κοσμιότητα για να λειτουργεί ως πολιτικός προϊστάμενος της Δικαιοσύνης, αυτός ειδικά δεν μπορεί να δίνει την εντύπωση ότι η απονομή της Δικαιοσύνης είναι θέμα συγκεκριμένης σύνθεσης του Δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται τη μία ή την άλλη υπόθεση. Ούτε να υπόσχεται καλύτερες συνθέσεις ως προς εκείνη που κατέληξε σε μια αρνητική για τον Υπουργό Δικαιοσύνης κρίση. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν είναι πρόεδρος ενός Μονομελούς Εφετείου. Ούτε πρόεδρος ενός Μονομελούς Αρείου Πάγου. 

Δικαίωμα άσκησης κριτικής έχει και η Κυβέρνηση συνολικά. Είτε δια του Πρωθυπουργού, είτε δια του κυβερνητικού εκπροσώπου. Οποιαδήποτε, όμως, απόφαση, με οποιοδήποτε περιεχόμενο δεν δίνει σε κανένα Πρωθυπουργό, ειδικά σε εκείνον που επικαλείται τις αυταπάτες του και τις εσφαλμένες επιλογές του σε βασικά πρόσωπα της Κυβέρνησης για να δικαιολογήσει την εθνική τραγωδία, που εκείνος προκάλεσε, να αποκαλεί τη Δικαιοσύνη ως θεσμικό εμπόδιο για την υλοποίηση του υποτιθέμενου έργου του. Και δεν αρκούν μόνο τα θεσμικά θανάσιμα λόγια του Πρωθυπουργού για να τα θέσουμε στη θέση της ελάσσονος πρότασης στον δικαιοπολιτικό μας συλλογισμό. Η ελάσσονα πρόταση πρέπει να συμπληρωθεί και από την ανεξήγητη, με την απλή λογική, ανοχή της δραστηριότητας αντεξουσιαστικών ομάδων, οι οποίες επιλέγουν να μας εντυπωσιάζουν με κουκούλες ή μη με τη δική τους ψευδοδικονομική λογική. Οι καταστροφές περιουσιών αγνώστων, κατά κανόνα, ιδιοκτητών από κουκουλοφόρους δεν συμβάλλουν στη διεύρυνση της κριτικής των δικαστικών αποφάσεων. Στο αντίθετο αποτέλεσμα συμβάλλουν. Στην επιβεβαίωση μιας άτυπης αλληλεγγύης μεταξύ κατηγορουμένων και αντεξουσιαστών. 

Πρέπει να γίνει κατανοητό. Οι σύγχρονες δημοκρατίες δεν καταρρέουν, κατά κανόνα, από πολεμικές εκστρατείες. Η ηθική διάβρωση των πυλώνων της Δημοκρατίας και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης απειλεί αυτήν την ίδια τη Δημοκρατία. Σε μια τέτοια περίπτωση αυτοί που θα την υπερασπιστούν θα είναι πολλοί λιγότεροι, με χαμηλότερο ηθικό και ελάχιστους συμμάχους. Οπωσδήποτε όχι τους ροπαλοφόρους των κουκουλοφόρων. Και οπωσδήποτε όχι τους πολιτικούς, που τους ανέχονται ή τους κλείνουν το μάτι. 

Ο Αντώνης Βγόντζας είναι Νομικός