Τη δυνατότητα να σταματά τη ροή κονδυλίων από τα κοινοτικά ταμεία προς κράτη-μέλη που θεωρεί απείθαρχα, θα έχει στο μέλλον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εφόσον υιοθετηθούν οι γαλλο-γερμανικές προτάσεις. Με επιστολή τους προς τον πρόεδρο της Ε.Ε., Χέρμαν Βαν Ρομπάι, η Καγκελάριος Μέρκελ και ο Πρόεδρος Σαρκοζί παρουσιάζουν τις προτάσεις που συμφώνησαν στην προχθεσινή τους συνάντηση.

Μεταξύ άλλων, αναφέρουν ότι «στο μέλλον, οι πληρωμές από τα διαρθρωτικά ταμεία και τα ταμεία σύγκλισης θα πρέπει να αναστέλλονται προς τις χώρες της Ευρωζώνης που δεν θα συμμορφώνονται με τις συστάσεις της διαδικασίας για τα υπερβολικά ελλείμματα».

Πρόκειται, όπως αναφέρει η imerisia.gr, για τον μηχανισμό με τον οποίο οι δύο ηγέτες ελπίζουν να ενδυναμώσουν το ρόλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη διαδικασία ελέγχου των εθνικών προϋπολογισμών, ώστε τα Κοινοβούλια να αναγκάζονται, εκ των πραγμάτων, να λαμβάνουν υπόψη τις εκάστοτε συστάσεις των Βρυξελλών.

Πρόταση

Στην ίδια επιστολή, Μέρκελ και Σαρκοζί υπογραμμίζουν ότι οι κυβερνήσεις τους «προτείνουν να ενισχυθεί περαιτέρω η διακυβέρνηση της Ευρωζώνης μέσα στο πλαίσιο των υφισταμένων συνθηκών».

Για το σκοπό αυτό προτείνουν «οι 17 ηγέτες της Ευρωζώνης να εκλέξουν ένα Πρόεδρο για μία θητεία δυόμισι ετών» και ζητούν από τον κ. Ρομπάι να είναι ο πρώτος που θα αναλάβει αυτή την ευθύνη. Είναι σίγουρα αξιοσημείωτο ότι Γαλλία και Γερμανία προχώρησαν σε μία τέτοια δημόσια κίνηση προτού συμβουλευτούν βασικούς εταίρους τους στην Ευρωζώνη, όπως η Ιταλία και η Ισπανία.

Οι δύο χώρες της Μεσογείου βρίσκονται προφανώς σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, δεχόμενες την επίθεση των αγορών. Σε Ρώμη και Μαδρίτη ήλπιζαν ότι η προχθεσινή συνάντηση κορυφής θα είχε κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, όπως η συμφωνία για έκδοση ευρω-ομολόγου ή η ενίσχυση των κεφαλαίων του μηχανισμού στήριξης (ΕFSF). Προς απογοήτευσή τους, όμως, κάτι τέτοιο δεν συνέβη και στο προσεχές μέλλον θα συνεχίσουν να έχουν μοναδικό προστάτη την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Επισήμως, πάντως, εκπρόσωποι και των δύο κυβερνήσεων καλωσόρισαν τα αποτελέσματα της προχθεσινής συνάντησης. Θετική ήταν και η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με τον εκπρόσωπό της, Ολιβιέ Μπαγί, να εκφράζει ικανοποίηση για τις προτάσεις που κατατέθηκαν, επισημαίνοντας ότι οι θέσεις αυτές «συνιστούν ένα περαιτέρω βήμα προς την οικονομική ολοκλήρωση».

Σε ερώτηση σχετικά με την ιδέα έκδοσης ευρω-ομολόγων, τη χαρακτήρισε «πολύ ενδιαφέρουσα και πολλά υποσχόμενη» και παραδέχθηκε ότι «δεν μπορεί να αποτελέσει λύση για τα σημερινά προβλήματα», καθώς «δεν υπάρχει πολιτική συναίνεση στην Ευρώπη», αλλά πρόσθεσε ότι «η πόρτα δεν θα πρέπει να κλείσει για περαιτέρω επανεξέταση του ζητήματος».
Οι προτάσεις Μέρκελ-Σαρκοζί έτυχαν, αντιθέτως, «χλιαρής» υποδοχής από αρκετές άλλες κυβερνήσεις της Ευρωζώνης.

Η Αυστρία, παραδοσιακός σύμμαχος της Γερμανίας, έσπευσε να διαφοροποιηθεί για μία ακόμα φορά, απορρίπτοντας την πρόταση για δημιουργία «οικονομικής κυβέρνησης». Αρνητική εμφανίστηκε και η Φινλανδία, με την υπουργό Οικονομικών να χαρακτηρίζει «όχι και τόσο συναρπαστική» την ιδέα συνταγματικής κατοχύρωσης του «φρένου χρέους».

Διαφωνίες

Αντιρρήσεις, όπως άλλωστε αναμενόταν, διατυπώθηκαν και από την πλευρά του Δουβλίνου, σχετικά με την επιβολή φόρου στις χρηματο-οικονομικές συναλλαγές. Η Ιρλανδία επιμένει ότι, αν υπάρξει τέτοιος φόρος, αυτός θα πρέπει να αφορά και τα 27 κράτη-μέλη της Ε.Ε. και όχι μόνο εκείνα της Ευρωζώνης.

Με τον τρόπο αυτό το Δουβλίνο, προφανώς, θέλει να διασφαλίσει ότι η όποια επιβάρυνση θα αφορά και το Λονδίνο, που αποτελεί ευθέως ανταγωνιστικό χρηματο-οικονομικό κέντρο. Αρνητική ήταν, βέβαια, και η αντίδραση των εκπροσώπων λόμπι των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Επικριτικά για το αποτέλεσμα της συνάντησης ήταν τα περισσότερα δημοσιεύματα στο διεθνή Τύπο, με αρκετά αγγλοσαξονικά μέσα να σπεύδουν να προεξοφλήσουν «το τέλος της Ευρωζώνης».