Τα παιδιά των οποίων οι μητέρες κάπνιζαν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι πιθανότερο να καταλήξουν να κάνουν χρήση αντικαταθλιπτικών, διεγερτικών και ναρκωτικών ουσιών, σύμφωνα με φινλανδική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο American Journal of Epidemiology.

Ενώ η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι το κάπνισμα κατά την κύηση προκαλεί αλλαγές στον εγκέφαλο των παιδιών ή την συμπεριφορά τους, παρέχει νέα στοιχεία που θα πρέπει να ενθαρρύνουν τις γυναίκες να διακόψουν το κάπνισμα, κατά το ευαίσθητο διάστημα της εγκυμοσύνης.

Ο Δρ Μίκαελ Εκμπλαντ και οι συνεργάτες του στο Παιδιατρικό Τμήμα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Τουρκού μελέτησε στοιχεία από την Φινλανδία που αφορούσαν 175.000 παιδιά που είχαν γεννηθεί το διάστημα 1987-1989. Την ίδια περίοδο, οι μαίες είχαν ρωτήσει όλες τις νέες μητέρες για το κάπνισμα κατά την κύηση.

Οι ερευνητές συνδύασαν τα αρχεία γεννήσεων με εθνική βάση για την συνταγογράφηση φαρμάκων που καλύπτονταν από τα ασφαλιστικά ταμεία, το διάστημα 1994-1997, όταν δηλαδή τα παιδιά ήταν μεταξύ πέντε και 20 ετών.

Ένα στα 11 παιδιά είχε πάρει τουλάχιστον ένα ψυχιατρικό φάρμακο σε κάποια φάση κατά τη διάρκεια της περιόδου που εξετάστηκε, περιλαμβανομένων φαρμάκων κατά του άγχους, αντιψυχωσικά, αντικαταθλιπτικά, διεγερτικά και σκευάσματα για εξαρτήσεις.

Εκ των παιδιών και των εφήβων, των οποίων οι μητέρες δεν κάπνιζαν κατά την κύηση, μόνο το 8% είχε πάρει τουλάχιστον ένα εκ των προαναφερόμενων φαρμάκων. Το ποσοστό ανερχόταν στο 11% για τα παιδιά με μητέρες καπνίστριες κατά την κύηση (λιγότερα από δέκα τσιγάρα την ημέρα) και έφτανε σχεδόν στο 14% όταν οι μητέρες κάπνιζαν περισσότερα από 10 τσιγάρα την ημέρα.

Η σχέση εξακολουθούσε να υφίσταται και όταν οι ερευνητές εξαίρεσαν τα παιδιά που είχαν γεννηθεί πρόωρα ή πολύ μικρά σε μέγεθος, παράγοντες που ενδεχομένως να επηρεάζουν την μελλοντική ψυχική κατάσταση του ατόμου.

Επίσης δεν μεταβλήθηκε ο συσχετισμός όταν οι ερευνητές μελέτησαν κάθε ομάδα φαρμάκων ξεχωριστά και ήταν εντονότερος ως προς τα διεγερτικά φάρμακα που στοχεύουν τα προβλήματα προσοχής και υπερκινητικότητας, καθώς και τα σκευάσματα για την αντιμετώπιση ουσιο-εξαρτήσεων.

«Η μελέτη συνάδει με την υπόλοιπη διαθέσιμη βιβλιογραφία για τις επιδράσεις του προγεννητικού και παθητικού καπνίσματος στην ψυχική υγεία του παιδιού», σχολιάζει ο Μάικλ Γουέιτζμαν που μελετά το θέμα στο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, αλλά δεν έλαβε μέρος την φινλανδική έρευνα.

Πώς ακριβώς το κάπνισμα αλλάζει το αναπτυσσόμενο έμβρυο ή το εγκέφαλο του παιδιού, παραμένει άγνωστο. Είναι πιθανόν η νικοτίνη να επηρεάζει την ανάπτυξη του εγκεφάλου ή η παροχή οξυγόνου να είναι μειωμένο προς το έμβρυο, όταν η μητέρα είναι καπνίστρια.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι η φινλανδική μελέτη έχει σχεδιαστικούς περιορισμούς, καθώς δεν συνεκτίμησε αν οι μητέρες είχαν κάνει και οι ίδιες χρήση αντιψυχωσικών φαρμάκων ή αν έκαναν χρήση αλκοόλ ή άλλων παράνομων ναρκωτικών ουσιών κατά την κύηση.

Επίσης δεν υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία για το πατρικό κάπνισμα κατά την εγκυμοσύνη, ή αν κάποιος εκ των γονέων κάπνιζε μετά την γέννηση του παιδιού, όταν ο εγκέφαλος συνεχίζει να αναπτύσσεται.