Αυτός ήταν ένας ερευνητής οικονομικών σκανδάλων. Με μια ζωή ατσαλάκωτη, σαν τη γραβάτα του. Εκείνος ήταν ένας ιδιοκτήτης επενδυτικής εταιρείας. Κατά συρροήν ψεύτης που έτρωγε περιουσίες. Ο Χάρι Μαρκόπουλος ήταν ο μόνος που μυρίστηκε την απάτη του Μπέρναρντ Μέιντοφ. Σε ένα ντοκιμαντέρ που προβάλλεται τώρα στις ΗΠΑ φαίνεται πώς φώναζε για χρόνια χωρίς κανείς να τον πιστεύει.

Όπως αναφέρει άρθρο στα Νέα, τα είχε δοκιμάσει όλα. Είχε γράψει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ, είχε διοχετεύσει πληροφορίες σε δημοσιογράφους, είχε παραδώσει έναν φάκελο με όλα τα στοιχεία -προσέχοντας να μην αφήσει δακτυλικά αποτυπώματα - στον Γενικό Εισαγγελέα της Νέας Υόρκης. Κανένας όμως δεν τον πήρε στα σοβαρά. Και ο Χάρι Μαρκόπουλος (Harry Markopolos στα αγγλικά) φοβόταν για τη ζωή του. Είχε ξεσκεπάσει μια οικονομική απάτη ύψους 65 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ανάμεσα στα θύματα βρίσκονταν μεγιστάνες της Αμερικής όπως ο Καρλ Σαπίρο. Ονόματα του Χόλιγουντ όπως ο σκηνοθέτης Στίβεν Σπίλμπεργκ και ο ηθοποιός Κέβιν Μπέικον. Αλλά και κάτοχοι off shore λογαριασμών που πιθανόν ξέπλεναν χρήματα της ρώσικης μαφίας ή των λατινοαμερικανικών καρτέλ ναρκωτικών. Θύτης ήταν ο Μπέρναρντ Μέιντοφ. Ενας από τους πιο επιτυχημένους χρηματιστές στη Wall Street που υποσχόταν στους πελάτες του σίγουρα κέρδη.

ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

http://www.valueexpectations.com/userfiles/madoff.jpg Είχαν περάσει ήδη έξι χρόνια και ο Μαρκόπουλος ένιωθε, όπως αργότερα δήλωσε, «στρατός ενός ανδρός». Κυκλοφορούσε με ένα περίστροφο Smith & Wesson, ήλεγχε κάθε πρωί το αυτοκίνητό του για βόμβες και κοιτούσε σε κάθε στενό τον πλαϊνό του καθρέφτη, μήπως και κάποιος τον παρακολουθεί. Είχε ζητήσει προστασία από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής του. Του προσέφεραν ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο. Αρνήθηκε. Οπως είπε αργότερα, με το βάρος του θα τον καθυστερούσε. Κόντευε στα 50, η γυναίκα του κυοφορούσε δίδυμα, και φοβόταν ότι το ξύλινο σπίτι τους στο Γουίτμαν της Μασαχουσέτης θα μπορούσε να γίνει εύκολος στόχος αν ο Μέιντοφ μάθαινε γι' αυτόν και αποφάσιζε να τον φιμώσει. Κι αν ποτέ ο Μέιντοφ επικοινωνούσε μαζί του, όπως έγραψε στο βιβλίο του, θα οδηγούσε μέχρι τη Νέα Υόρκη, θα τον έβρισκε και θα τον σκότωνε για να είναι σίγουρος ότι δεν θα το έκανε εκείνος πρώτος.

Ελληνοαμερικανός τρίτης γενιάς, ο Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1956 στην Πενσυλβάνια. Οι γονείς του ήταν εστιάτορες. Σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων στο κολέγιο Loyola στο Μέριλαντ και απέκτησε το μεταπτυχιακό του στα οικονομικά στο κολέγιο της Βοστώνης το 1997. Παράλληλα με τις σπουδές του συμμετείχε σε ένα εθελοντικό ακαδημαϊκό πρόγραμμα του αμερικανικού στρατού που εκπαιδεύει τα μέλη του στη λύση προβλημάτων, στην επαγγελματική ηθική και στον στρατηγικό σχεδιασμό. Το 1987 εργάστηκε ως χρηματιστής και από το 1991 ώς το 2004 δούλεψε στην εταιρεία διαχείρισης επενδύσεων Ράμπαντ με έδρα τη Βοστώνη.

Ηταν 1999 όταν τα αφεντικά του ανέθεσαν στον Μαρκόπουλο να μελετήσει το «μοντέλο Μέιντοφ». Επρεπε να εξηγήσει τις αφύσικα υψηλές αποδόσεις που έδινε ο Μέιντοφ στους πελάτες του. «Χρειάστηκα πέντε λεπτά για να αποκαλύψω τι έκανε», δήλωσε αργότερα ο ερευνητής.

Ο Μέιντοφ εφάρμοζε την απάτη Πόνζι. Ενα κόλπο που πήρε το όνομά του από τον εμπνευστή του, Τσαρλς Πόνζι, ιταλό μετανάστη που είχε βρεθεί στην Αμερική στις αρχές του 20ού αιώνα. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι απάτες αυτού του είδους ξεκινούν σαν νόμιμες επιχειρήσεις. Στην πορεία υπόσχονται μεγάλες αποδόσεις - τις οποίες όμως δεν μπορούν να εξασφαλίσουν νόμιμα - για να προσελκύσουν νέους πελάτες.

 Βρίσκουν νέους επενδυτές και πληρώνουν τις αποδόσεις του προηγούμενου πελάτη από τα χρήματα που φέρνει ο νέος. Το κόλπο έχει όμως πάντα ημερομηνία λήξης. Ή ο απατεώνας πεθαίνει πριν μαθευτεί το σκάνδαλο ή εξαφανίζεται με τα χρήματα ή δεν μπορεί άλλο να εξασφαλίσει νέες αποδόσεις γιατί έχει πέσει θύμα της απληστίας του και όλα ξεφουσκώνουν.
Ο Μαρκόπουλος όμως δεν ξεγελάστηκε. Τα μαθηματικά απλά δεν έβγαιναν. Δεν γινόταν κάποιος να κερδίζει συνέχεια όπως έκανε ο Μέιντοφ. Ο ερευνητής έφτιαξε μια τετραμελή ομάδα και μελέτησε σε μεγαλύτερο βάθος τις δραστηριότητες του Μέιντοφ. Εστειλε το 2005 στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μια αναφορά 21 σελίδων με τίτλο: «Η μεγαλύτερη επενδυτική εταιρεία στον κόσμο είναι μια απάτη». Τον αγνόησαν. Ξανά. Ο Μαρκόπουλος φοβόταν ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να στείλει διαρρήκτες στο σπίτι του για να καταστρέψουν τα στοιχεία. Αν έρχονταν θα ήταν έτοιμος. Φυλούσε μια γεμάτη καραμπίνα στο γραφείο του και μια αντιασφυξιογόνο μάσκα σε περίπτωση που οι εισβολείς χρησιμοποιούσαν δακρυγόνα.
Επρεπε να φτάσει ο Δεκέμβριος του 2008 για να ομολογήσει ο Μέιντοφ στις ομοσπονδιακές Αρχές ότι όλα όσα είχε στήσει ήταν «ένα ψέμα». «Ηρθε η ώρα για το έθνος μας να ξυπνήσει και να αντιληφθεί ότι οι ληστές ή οι έμποροι ναρκωτικών δεν προκαλούν τη μεγαλύτερη οικονομική ζημιά, αλλά οι εγκληματίες με τα λευκά κολάρα. Αυτοί που ζουν στα πιο ακριβά σπίτια, έχουν τα πιο εντυπωσιακά βιογραφικά και κλέβουν τις συντάξεις μας, χρεοκοπούν τις εταιρείες μας», είχε δηλώσει αργότερα ο Μαρκόπουλος στο Κογκρέσο.

Η ΛΥΤΡΩΣΗ

 Ο Μέιντοφ καταδικάστηκε σε 150 χρόνια φυλάκιση και ο Μαρκόπουλος αισθανόταν πλέον ασφαλής. Αυτή η ιστορία τού άλλαξε τη ζωή. Εγραψε ένα βιβλίο, από το οποίο έβγαλε προ πωλήσεων - όπως έχει δηλώσει - 43.000 δολάρια, ενώ η αρχική συμφωνία ήταν για 300.000 δολάρια. Ενα ποσό που έπρεπε να μοιραστεί τελικά με τον ατζέντη του και έναν συγγραφέα-φάντασμα που τον βοήθησε. Συνεχίζει όμως να ψειρίζει τους φακέλους τραπεζών και άλλων εταιρειών που υποψιάζεται ότι κλέβουν χρήματα.

Η επαγγελματική του κάρτα γράφει: «Ειδικός πληροφοριοδότης». Η περίοδος που κυνηγούσε τον Μέιντοφ εξιστορείται μετά το βιβλίο και σε ένα ντοκιμαντέρ που προβάλλεται αυτή την περίοδο στις αμερικανικές αίθουσες. Ο Μαρκόπουλος λέει ότι δεν είναι ήρωας. Στις τηλεοπτικές του εμφανίσεις μιλάει με τα δόντια σφιγμένα και το κεφάλι ελαφρώς τραβηγμένο προς τα πίσω, σαν να θέλει να δημιουργήσει κι άλλη απόσταση με τον συνομιλητή του. Αν κάποτε όμως το Χόλιγουντ κάνει μια ταινία για τον ίδιο θα προτιμούσε να τον υποδυθεί ο Νίκολας Κέιτζ.
Στις δημόσιες ομιλίες και συνεντεύξεις του σπάνια συγκρατεί τον θυμό του. Εχει χαρακτηρίσει τον Μέιντοφ «ψυχοπαθή» και έχει πει ότι αν τον τοποθετούσαν επικεφαλής της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς θα απέλυε τους περισσότερους υπαλλήλους της. Για τον Μαρκόπουλο το κυνήγι του Μέιντοφ δεν ήταν απλώς μια ιστορία εξαπάτησης άπληστων επενδυτών, αλλά ένα επικίνδυνο ταξίδι στον κόσμο του οργανωμένου εγκλήματος. Μια βόλτα στην παράνοια της καταδίωξης που, όπως έχει πει, δεν θα ήθελε να ξανακάνει.