Οι αιτίες της νόσου Alzheimer δεν είναι γνωστές αλλά φαίνεται ότι πιθανώς να παίζουν ρόλο τροποποιήσιμοι παράγοντες, όπως καρδιαγγειακοί (διαβήτης, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, παχυσαρκία), κάπνισμα, τραυματικές κακώσεις, κατάθλιψη, φάρμακα (ορμόνες όπως οιστρογόνα, αντιυπερτασικά, αντιδυσλιπιδαιμικά, αντιφλεγμονώδη κ.λπ.), παράγοντες επηρεάζοντες το νοητικό απόθεμα (IQ, εκπαίδευση, επάγγελμα, πνευματικές, κοινωνικές δραστηριότητες, φυσική άσκηση κ.λπ.), αλλά και διατροφικοί παράγοντες.

Ως προς τους καρδιαγγειακούς παράγοντες, σύμφωνα με σχετικό άρθρο στην enet.gr, είναι σαφές ότι προδιαθέτουν για αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και αγγειακή άνοια (ένα είδος άνοιας διαφορετικό από τη νόσο Alzheimer ). Ωστόσο το εάν συνιστούν παράγοντες κινδύνου για τη νόσο Alzheimer αφ' εαυτή παραμένει ασαφές στη βιβλιογραφία. Φαίνεται ότι διαβήτης, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία και παχυσαρκία στη μέση ηλικία πιθανώς να αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου μερικές δεκαετίες μετά. Ωστόσο, αν και εν μέρει οξύμωρο, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία και παχυσαρκία λίγα έτη πριν από την εμφάνιση της νόσου δεν φαίνεται να αποτελούν παράγοντες κινδύνου. Ο διαβήτης φαίνεται να έχει την ισχυρότερη συσχέτιση γιατί έχει διασυνδεθεί με τη νόσο όχι μόνο σε επιδημιολογικές μελέτες, αλλά και σε μελέτες βασικής έρευνας (υπάρχουν κοινοί μηχανισμοί ανάμεσα στη βιολογία της ινσουλίνης και αυτή του αμυλοειδούς - της βασικής παθολογοανατομικής βλάβης που προκαλεί τη νόσο).

Παλαιότερες μελέτες είχαν υποστηρίξει ότι το κάπνισμα πιθανώς να είναι προστατευτικό. Ωστόσο, νεότερες καλύτερες μελέτες, με λιγότερα μεθοδολογικά σφάλματα, καταδεικνύουν ότι το κάπνισμα σαφώς αυξάνει την πιθανότητα εκδήλωσης της νόσου.

Οι εγκεφαλικές τραυματικές κακώσεις φαίνεται να αυξάνουν την πιθανότητα όχι μόνο για άνοια εκ τραυματικής κάκωσης («dementia pugilistica», ένα είδος άνοιας διαφορετικό), αλλά και για νόσο Alzheimer αφ' εαυτής. Αυτό φαίνεται να ισχύει για εγκεφαλικές τραυματικές κακώσεις σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά ειδικότερα για σοβαρότερες κακώσεις που είχαν οδηγήσει σε διάσειση και απώλεια συνείδησης για μεγάλο χρόνο (π.χ. μεγαλύτερο των μερικών λεπτών ή ημιώρου).

Ο κίνδυνος της κατάθλιψης

Παλαιότερες μελέτες έδειχναν ότι παρουσία κατάθλιψης αυξάνει την πιθανότητα ανάπτυξης νόσου Alzheimer λίγα έτη αργότερα. Ωστόσο είναι σαφώς διαπιστωμένο ότι οι ασθενείς δεν εκδηλώνουν μόνο συμπτώματα από τη νοητική σφαίρα, αλλά και συμπεριφορικά - ψυχιατρικά, ένα από τα συχνότερα των οποίων είναι η κατάθλιψη. Για το λόγο αυτό δεν είναι σαφές αν η κατάθλιψη πράγματι αυξάνει τον κίνδυνο ή απλώς αντιπροσωπεύει μια πρώιμη εκδήλωση της ίδιας της νόσου. Πάρα ταύτα, νεότερες μελέτες δείχνουν ότι κατάθλιψη στη μέση ηλικία πιθανώς να οδηγεί σε αυξήμενη πιθανότητα πολλές δεκαετίες αργότερα.

Οι γυναίκες έχουν ελαφρώς αυξημένες πιθανότητες να νοσήσουν σε σχέση με τους άντρες. Αυτό έχει αποδοθεί είτε στη μεγαλύτερη μακροβιότητα των γυναικών (άρα και περισσότερες ευκαιρίες να αναπτύξουν τη νόσο) είτε στις θηλυκές ορμόνες, όπως τα οιστρογόνα και η προγεστερόνη. Με βάση πολλές μελέτες τα οιστρογόνα και η προγεστερόνη πιθανώς να δρουν προστατευτικά στον εγκέφαλο και τις νοητικές λειτουργίες. Οταν λοιπόν οι γυναίκες με την εμμηνόπαυση χάσουν την προστασία τους, ο κίνδυνος πιθανώς να αυξάνει. Ωστόσο, μια μεγάλη πρόσφατη πολυετής κλινική μελέτη κατέδειξε ότι υποκατάσταση με οιστρογόνα ή προγεστερόνη σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες όχι μόνο δεν προστατεύει από τη νόσο ή άλλα νοητικά προβλήματα, αλλά πιθανώς να δρα και επιβαρυντικά. Το εάν η χρήση τους έτη νωρίτερα (στην περιεμμηνοπαυσιακή περίοδο), βοηθά, δεν είναι ξεκάθαρο.

Με βάση την πιθανή συσχέτιση καρδιαγγειακών παραγόντων (υπέρταση, δυσλιπιδαιμία κ.λπ.) έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι φάρμακα που θεραπεύουν τις παθήσεις αυτές (αντιυπερτασικά, στατίνες κ.λπ.) πιθανόν να προστατεύουν. Επίσης, επειδή η νόσος Alzheimer χαρακτηρίζεται μεταξύ άλλων και από υψηλά επίπεδα φλεγμονής έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι στερινοειδή αντιφλεγμονώδη (κορτιζόνη), αλλά και μη στερινοειδή αντιφλεγμονώδη (φάρμακα που χρησιμοποιούνται ευρέως σε καθημερινή βάση για αντιμετώπιση μυοσκελετικών και άλλων πόνων) πιθανόν να προστατεύουν. Ωστόσο οι μέχρι τώρα μελέτες είναι αντικρουόμενες και δεν υπάρχει σαφής βοήθεια από τα φάρμακα αυτά.

Το «νοητικό απόθεμα»

Η θεωρία του «νοητικού αποθέματος» προτείνει ότι υπάρχουν διαφορές από άτομο σε άτομο ως προς τη δυνατότητα καταπολέμησης. Παραδείγματος χάριν, σημαντικό ποσοστό των ανθρώπων που έχουν βλάβες τύπου Alzheimer στον εγκέφαλό τους δεν πάσχουν από συμπτώματα της. Υποστηρίζεται ότι άνθρωποι με μεγαλύτερο νοητικό απόθεμα πιθανώς να μπορούν να αντιρροπούν βλάβες τύπου Alzheimer στον εγκέφαλό τους (π.χ. χρησιμοποιώντας υγιείς - μη προσβεβλημένες περιοχές του εγκεφάλου ή λόγω πιο «αποτελεσματικής» λειτουργίας του εγκεφάλου) ώστε να εκδηλώνουν τη νόσο αργότερα ή και καθόλου. Παράγοντες που επηρεάζουν το νοητικό απόθεμα και επομένως και τον κίνδυνο για ανάπτυξη Alzheimer περιλαμβάνουν το νοητικό πηλίκο (IQ), το επάγγελμα, την εκπαίδευση, και τις γενικότερες βιωματικές εμπειρίες. Πολλές μελέτες δείχνουν ότι άνθρωποι με υψηλότερο νοητικό πηλίκο, υψηλότερη εκπαίδευση, πιο απαιτητικά επαγγέλματα και περισσότερες δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου (συμπεριλαμβανομένων πνευματικών, κοινωνικών, αλλά και φυσικών-σωματικών δραστηριοτήτων) έχουν μικρότερες πιθανότητες ανάπτυξης. Το αν οι συσχετίσεις αυτές είναι πραγματικά αιτιολογικές (δηλαδή υπάρχει πραγματική προστασία) ή απλώς μεθοδολογικά σφάλματα επιστημονικών μελετών είναι αντικείμενο διαφωνίας στην επιστημονική κοινότητα.

Ο ρόλος της διατροφής

Στην πληθώρα των περιβαλλοντικών παραγόντων που έχουν συσχετιστεί με τη νόσο, δεν μπορούσε να λείπει και η διατροφή. Τα δεδομένα είναι αντικρουόμενα. Υψηλότερη πρόσληψη διαφόρων βιταμινών όπως C, Ε, Β6, Β12, φυλλικού οξέος, φλαβονοειδών, ακόρεστων λιπαρών και ψαριών και μέτρια κατανάλωση αλκοόλ (καθώς και μια σειρά άλλων αντιοξειδωτικών, αντιφλεγμονωδών συμπληρωμάτων διατροφής, τροφών και θρεπτικών συστατικών) έχουν συσχετιστεί με μειωμένο κίνδυνο ή με βραδύτερη νοητική έκπτωση. Ωστόσο, άλλες μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι ο κίνδυνος ή νοητική έκπτωση δεν συσχετίζεται με την πρόσληψη των ανωτέρω. Μια από τις πιθανές αιτίες των παραπάνω αντικρουόμενων ερευνών είναι και το γεγονός ότι εξετάζουν διατροφικά στοιχεία απομονωμένα και όχι ως μέρη μιας συνολικής δίαιτας. Η εξέταση συνολικών διατροφικών σχημάτων παρέχει τα πλεονεκτήματα της συνεκτίμησης πολλών διατροφικών στοιχείων ταυτόχρονα ενσωματώνοντας πιθανές αλληλεπιδράσεις τους και της αποφυγής πολλαπλών συγκρίσεων. Ενα τέτοιο διατροφικό σχήμα είναι η μεσογειακή δίαιτα.

Η μεσογειακή δίαιτα χαρακτηρίζεται από υψηλή πρόσληψη λαχανικών, οσπρίων, φρούτων, δημητριακών, μέτρια προς υψηλή πρόσληψη ψαριών, υψηλή πρόσληψη πολυακόρεστων λιπαρών οξέων (κυρίως υπό τη μορφή ελαιολάδου), χαμηλή πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών οξέων, χαμηλή πρόσληψη κρεατοκομικών και γαλακτοκομικών προϊόντων και μέτρια κατανάλωση αλκοόλ, κυρίως υπό τη μορφή κρασιού και συνήθως κατά τη διάρκεια των γευμάτων. Η μεσογειακή δίαιτα έχει συσχετιστεί με μειωμένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νόσων, αρκετών ειδών καρκίνου και συνολικής θνησιμότητας. Νεότερα δεδομένα υποδηλώνουν ότι πιθανώς να σχετίζεται και με μειωμένη πιθανότητα για νόσο Alzheimer . Ωστόσο, γενικότερα, τα υφιστάμενα δεδομένα ως προς τη διατροφή δεν επαρκούν ώστε να μπορούν να συσταθούν με υψηλό βαθμό επιστημονικής βεβαιότητας συγκεκριμένες διατροφικές συνήθειες.

Συνοψίζοντας, οι σαφώς και χωρίς καμία αμφιβολία διαπιστωμένοι σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου είναι η γενετική προδιάθεση και η αύξηση της ηλικίας, δηλαδή είναι παράγοντες μη τροποποιήσιμοι. Ο ρόλος τροποποιήσιμων παραγόντων παραμένει ασαφής και δεν υπάρχει επιστημονικό consensus ως προς τη σημασία τους. Ωστόσο, με δεδομένο (α) τις επιπτώσεις ως προς άλλα προβλήματα υγείας και παθήσεις και (β) την έστω και αμφισβητούμενη πιθανότητα προστασίας, θα ήταν σώφρον να αποφεύγουμε κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και κάπνισμα, να προλαμβάνουμε ή να θεραπεύουμε καρδιαγγειακές νόσους όπως διαβήτη, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, παχυσαρκία ήδη από τη μέση ή και νεαρά ηλικία, να επιδιώκουμε υψηλή εκπαίδευση και απαιτητικά επαγγέλματα, να είμαστε πνευματικά, κοινωνικά και σωματικά δραστήριοι και να ακολουθούμε την παραδοσιακή μεσογειακή διατροφή μας.

άρθρο του ΝΙΚΟΥ ΣΚΑΡΜΕΑ επίκουρου καθηγητή Νευρολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Αιγινήτειο Νοσοκομείο