Οι πρώτες ενδείξεις προσαρμογών στην οικονομία είναι ορατές, αλλά η υψηλή αβεβαιότητα και η ανάγκη εντατικοποίησης της δημοσιονομικής προσπάθειας αναβάλουν την ανάκαμψη για το δεύτερο εξάμηνο 2012. Αυτό αναφέρεται στην τριμηναία έκθεση του Ιδρύματος για την οικονομία.

Στην έκθεση σημειώνεται ότι ενάμιση χρόνο μετά την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης για την Ελλάδα, και τρία σχεδόν χρόνια από την είσοδο της οικονομίας σε ύφεση, οι πρώτες ενδείξεις προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας σε ένα πιο ανταγωνιστικό και βιώσιμο πρότυπο έχουν αρχίσει να διαφαίνονται, καταδεικνύοντας ότι οι θυσίες αρχίζουν να έχουν αποτέλεσμα.

Οι συντελούμενες αλλαγές αποτυπώνονται τόσο στη διάρθρωση της εγχώριας ζήτησης, με συρρίκνωση της κατανάλωσης και των εισαγωγών, έντονη προσαρμογή της αγοράς εργασίας, βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους (ειδικά στον τουρισμό) και ανάκαμψη των εξαγωγών. Η μετουσίωση αυτών όμως των ενδείξεων σε βιώσιμα συστατικά ενός νέου αναπτυξιακού υποδείγματος και κυρίως η αναστροφή του εξαιρετικά δυσμενούς κοινωνικού και μακροοικονομικού περιβάλλοντος προϋποθέτουν:

Επιμονή στην έγκαιρη και αποτελεσματική προώθηση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και των διαθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα επιτρέψουν την επανάκτηση της εμπιστοσύνης για την ελληνική οικονομία, τόσο διεθνώς όσο και εγχωρίως, και την επάνοδο της οικονομικής δραστηριότητας σε αναπτυξιακή τροχιά.
Ομαλή εφαρμογή των αποφάσεων των ηγετών της Ευρωζώνης της 21 Ιουλίου -έστω και με προσαρμογές στις τρέχουσες συνθήκες- με συνέχιση της βοήθειας από τους εταίρους για ένα εύλογο μακροοικονομικά χρονικό διάστημα με αξιόπιστο και διαχρονικά συνεπή τρόπο.
Παγίωση, το ταχύτερο δυνατό, μιας αξιόπιστης στρατηγικής συνολικής αντιμετώπισης της κρίσης χρέους σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Παράλληλα με τις συνεχιζόμενες πιέσεις στο τραπεζικό σύστημα από την συρρίκνωση των καταθέσεων και τη δυσχερέστερη προσφυγή στo Ευρωσύστημα, δεν προοιωνίζεται βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.

Τα πρόσφατα στοιχεία των πρόδρομων δεικτών οικονομικής δραστηριότητας -μετά τη μικρή βελτίωση που σημείωσαν κατά το Α’ τρίμηνο του 2011- εμφανίζουν τάσεις επιδείνωσης και κινούνται προς νέα ιστορικά χαμηλά στα τέλη του γ' τριμήνου.

Σε αυτό το περιβάλλον, είναι βέβαιο ότι σε τριμηνιαία βάση η ύφεση θα βαθύνει το β' εξάμηνο (εποχικά διορθωμένη μεταβολή του ΑΕΠ σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο), ειδικά το τελευταίο τρίμηνο του έτους οπότε και θα επικεντρωθεί σημαντικό τμήμα της ταμιακής επιβάρυνσης από τα νέα μέτρα.

Ωστόσο, ο ρυθμός συρρίκνωσης του ΑΕΠ σε ετήσια βάση αναμένεται να είναι χαμηλότερος το β' εξάμηνο του 2011, συγκριτικά με το α' εξάμηνο, καθώς αναμένεται να ευνοηθεί στο 3ο τρίμηνο από την καλή πορεία του τουρισμού, ενώ κατά το δ' τρίμηνο η σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο θα είναι ευνοϊκή, καθώς το αντίστοιχο περυσινό τρίμηνο ήταν το χειρότερο της ύφεσης, με το ΑΕΠ να συρρικνώνεται κατά 8,8%.

Κατά συνέπεια, εκτιμάται ότι η σταθεροποίηση της οικονομικής δραστηριότητας θα καθυστερήσει για 3-4 τρίμηνα προς το β' εξάμηνο 2012.

Το μερίδιο της εγχώριας ζήτησης στο ΑΕΠ εκτιμάται ότι μειώθηκε κατά 17 περίπου ποσοστιαίες μονάδες τα τελευταία δυόμιση χρόνια, κυρίως εξαιτίας της μείωσης της επενδυτικής δαπάνης και της δημόσιας κατανάλωσης και αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω έως τα τέλη του 2012 μέσω κυρίως της συνεχιζόμενης κάμψης της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Η ιδιωτική κατανάλωση -ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των ανισορροπιών της ελληνικής οικονομίας- αναμένεται να υποχωρήσει σημαντικά στο 71% του ΑΕΠ το 2011 (από σχεδόν 74% το 2010) και χαμηλότερα από 68% το 2013 σημειώνοντας σωρευτική μείωση άνω του 15,5% σε σταθερές τιμές την πενταετία 2009-2013.

Η καταναλωτική δαπάνη του δημοσίου -αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής με περιστολή αμοιβών και λειτουργικών δαπανών- έχει υποστεί επίσης σημαντική διόρθωση της τάξης του 2,5 % του ΑΕΠ σε σταθερές τιμές μεταξύ 2009 και α' εξαμήνου 2011, το οποίο και διαμορφώνεται πλέον σε επίπεδο χαμηλότερο του μέσου όρου της Ευρωζώνης (οριακά χαμηλότερα του 18% έναντι 19,7% για την ευρωζώνη), ενώ αναμένεται να περιοριστεί σε επίπεδο χαμηλότερο του 17% του ΑΕΠ την επόμενη διετία.

Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου υπέστησαν σημαντική συρρίκνωση της τάξης του 19% ετησίως μέσα στην τελευταία τριετία η οποία περιόρισε τη συνεισφορά τους στο ΑΕΠ σε 14.3% το α' εξάμηνο του 2011 από περίπου 24% το 2007, σημαντικά χαμηλότερα από το 15ετή μέσο όρο (20%) και το μέσο όρο της Ευρωζώνης (19%).

Η κάμψη αναμένεται να συνεχιστεί και το 2012 αντανακλώντας τη συρρίκνωση της εγχώριας ζήτησης, την αβεβαιότητα και τις περιοριστικότερες πιστωτικές συνθήκες τόσο μέσω τραπεζικού συστήματος όσο και σε επίπεδο δια-επιχειρησιακών μορφών πίστωσης (λχ μεταχρονολογημένες επιταγές).

Παρόλα αυτά, εξωστρεφείς κλάδοι, όπως κλάδοι μετάλλων, χημικών, φαρμακευτικών και μη μεταλλικών ορυκτών καθώς και αυτός των τροφίμων, κατάφεραν να πετύχουν ικανοποιητικές εξαγωγικές επιδόσεις προσαρμόζοντας την εξαγωγική τους στρατηγική.

Η αγορά ακινήτων βιώνει τη σημαντικότερη φάση διόρθωσης της τελευταίας 50ετίας καθώς η συρρίκνωση του διαθεσίμου εισοδήματος, της πιστωτικής επέκτασης και η αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των ακινήτων εξασθενούν περαιτέρω τη δυνατότητα απορρόφησης του υφιστάμενου αποθέματος νεόδμητων ακινήτων.

Η δημόσια κατασκευαστική δραστηριότητα έχει περιοριστεί σημαντικά εξαιτίας της δημοσιονομικής προσπάθειας (κατά περίπου 1,2 ποσοστιαίες μονάδες στο 2,3% του ΑΕΠ μεταξύ 2008 και α' εξαμήνου 2011).

Η συρρίκνωση της εγχώριας ζήτησης συντείνει όμως και στον περιορισμό της υπερβολικής δαπάνης της χώρας για εισαγωγές.

Το ποσοστό των εισαγωγών στο ΑΕΠ, σε αποπληθωρισμένες τιμές, έχει περιοριστεί κατά 8% συγκριτικά με το επίπεδό του 2008.

Οι εμπορευματικές εξαγωγές -που αντιστοιχούν πλέον στο 40% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών- σημείωσαν σημαντική ανάκαμψη από το 2ο εξάμηνο του 2010 (+17% σε ετήσια βάση) ευνοούμενες από την ισχυρή ζήτηση κυρίως από χώρες της Ευρωζώνης, την Κεντρική Ευρώπη και τις αγορές της Ρωσίας και της Τουρκίας η οποία συνεχίστηκε και στο 7μηνο του 2011 ( +12% ετησίως σε ονομαστικούς όρους εκτός καυσίμων).

Είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικό ότι ο τουριστικός κλάδος το 2011 σημείωσε εντυπωσιακή ανάκαμψη στο 7μηνο του 2011 με τις αφίξεις να αυξάνονται κατά 11,4%.

Ο έτερος βασικός εξαγωγικός κλάδος συνεχίζει να δέχεται σημαντικές πιέσεις από το σκέλος της προσφοράς με τις τιμές των σύνθετων ναύλων να παραμένουν 47% περίπου χαμηλότερα από το μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας.

Παρά το γεγονός ότι ο ελληνόκτητος στόλος διατηρεί την ηγετική του θέση στον κλάδο, πρωτοστατώντας στις επιχειρηματικές κινήσεις και παραγγελίες και κατά το 2011 εντός ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για το παγκόσμιο εμπόριο (αύξηση 8,4% σε ετήσια βάση το 2011 ενώ το εμπόριο μεταξύ των αναπτυσσόμενων αγορών εμφανίζει ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της τάξης του 11,5 % περίπου, την ίδια περίοδο), δεν μπορεί να απορροφήσει τον αντίκτυπο στα ναυτιλιακά έσοδα από την συμπίεση των ναύλων, εξαιτίας της εισόδου νέων πλοίων και της επιβράδυνσης του παγκόσμιου εμπορίου καθώς και της όξυνσης της ελληνικής κρίσης.

Η μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είναι εκ πρώτης όψεως μικρότερη από ότι θα ανέμενε κανείς βάσει του μεγέθους της ύφεσης (η εγχώρια ζήτηση σε πραγματικούς όρους μειώθηκε κατά 17% περίπου τα τελευταία 2,5 χρόνια) ενώ το έλλειμμα αναμένεται να μειωθεί μέχρι τα τέλη του 2011 κατά 5,5% του ΑΕΠ (στο 9-9,5% περίπου), γεγονός που έχει δημιουργήσει εύλογα ερωτήματα για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας.

Το ποσοστό ανεργίας έχει αυξηθεί κατά 8,5% την τελευταία τριετία, ενώ ο ετήσιος ρυθμός μείωσης της απασχόλησης έχει επιταχυνθεί στο 5,5% το α' εξάμηνο του 2011, με τη σωρευτική μείωση της απασχόλησης από το 2008 να ανέρχεται στο 8,3%.

Η σωρευτική μείωση του μέσου μισθού ανά εργαζόμενο στην οικονομία από το 2009 οπότε κορυφώθηκε το μισθολογικό κόστος εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 9,5-10% μέχρι το τέλος του 2011 ποσοστό που αντιστοιχεί στο 40% περίπου της σωρευτικής διαφοράς μεταξύ μισθολογικών αυξήσεων Ελλάδας και Ευρωζώνης την τελευταία δεκαετία.

Η διόρθωση αυτή είναι στην πραγματικότητα μεγαλύτερη αν συνυπολογιστεί η μείωση της αμοιβής εργασίας των αυτοαπασχολουμένων καθώς και οι σημαντικές μειώσεις μισθών και εργάσιμων ωρών που λαμβάνουν χώρα μέσω ατομικών συμβάσεων.

Η επίτευξη του αναθεωρημένου στόχου του προϋπολογισμού για έλλειμμα γενικής κυβέρνησης 8,5% το 2011 και κάτω από το 7% του ΑΕΠ το 2012, υποστηρίζεται από δημοσιονομικά μέτρα που ισοδυναμούν σε 4,8% του ΑΕΠ για το τελευταίο πεντάμηνο του έτους και περίπου 5% το 2012.

Τα μέτρα αυτά φαίνονται να έχουν αρχίσει να αποδίδουν καρπούς οδηγώντας σε διψήφια αύξηση των συνολικών εσόδων του κράτους το Σεπτέμβριο (σύμφωνα με προσωρινή εκτίμηση) αλλά επιτείνουν τις υφεσιακές πιέσεις αφαιρώντας περίπου 2.5 ποσοστιαίες μονάδες από το ΑΕΠ στο Β’ εξάμηνο του 2011 και περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες το 2012.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το 2012 αναμένεται να είναι η πρώτη χρονιά επίτευξης πρωτογενούς πλεονάσματος σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης της τάξης του 1,5% του ΑΕΠ γεγονός που αναμένεται να αποτελέσει ένα αποφασιστικό βήμα για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας και την ανάκαμψη της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία.

Συνολικά, η μείωση του ελλείμματος Γενικής Κυβέρνησης μεταξύ 2009 και 2012 θα προσεγγίσει τις 9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ (από 15,5 % του ΑΕΠ το 2009 στο 6,8% το 2012).

Είναι αξιοσημείωτο ότι παρά το πρωτόγνωρο μέγεθος της δημοσιονομικής προσπάθειας αυτή την τριετία (δηλ. της συνδυασμένης προσπάθειας αύξησης εσόδων και μείωσης δαπανών), που θα υπερβεί τις 18 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ (πρωτοφανές σε διεθνές επίπεδο), το έλλειμμα τελικά θα μειωθεί περίπου κατά το ήμισυ, ήτοι κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, καθώς τα δυνητικά έσοδα θα μειωθούν κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ λόγω της ύφεσης και οι πληρωμές τόκων θα αυξηθούν κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.

Ωστόσο, η προαναφερόμενη δημοσιονομική προσπάθεια προφανώς θα εντείνει την πτώση της οικονομικής δραστηριότητας κατά 2,5 % του ΑΕΠ, κατά μέσο όρο ετησίως, την ίδια περίοδο, καταδεικνύοντας τη μεγάλη δυσκολία επίτευξης δημοσιονομικής προσαρμογής αυτού του μεγέθους σε μια περίοδο βαθιάς ύφεσης.

Η πρόκληση αυτή δημιουργεί ένα προφανές δίλημμα σχεδιασμού και εφαρμογής της οικονομικής πολιτικής, υπογραμμίζοντας την ανάγκη εστίασης της δημοσιονομικής προσπάθειας προς την κατεύθυνση μέτρων με μικρότερη υφεσιακή επίδραση και πιο δίκαια κοινωνικά, όπως η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και ο περαιτέρω περιορισμός της κρατικής σπατάλης, αναγνωρίζοντας όμως τις δυσκολίες υλοποίησης αυτών των μέτρων δεδομένων και των αδυναμιών του κρατικού μηχανισμού.

Επίσης όπως αναφέρει το in.gr, μια ποιο αποτελεσματική και έγκαιρη υλοποίηση του προγράμματος σταθεροποίησης θα βοηθούσε αποφασιστικά στην ανάκαμψη την εμπιστοσύνης σπάζοντας το υφεσιακό φαύλο κύκλο.