Μετά την απολογία του στην ανακρίτρια Ρεθύμνου, ο 47χρονος Νίκος Σειραγάκης, με τις κατηγορίες της κατάχρησης ανηλίκων και της ασέλγειας κατ’εξακολούθηση, πήρε τον δρόμο για τις Δικαστικές Φυλακές Τρίπολης, όπου θα κρατηθεί κάτω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας, έως ότου γίνει η δίκη του.

Να σημειωθεί πως οι κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν είναι κακουργηματικού χαρακτήρα και προβλέπουν πολυετή κάθειρξη.

Σήμερα, ο Αστυνομικός Διευθυντής Ρεθύμνου κ. Μανώλης Παραδουλάκης, στην διάρκεια συνέντευξης Τύπου, αναφέρθηκε με λεπτομέρειες στο πως ξεκίνησε η αστυνομία να ερευνά την υπόθεση στην οποία φερόταν να εμπλέκεται ένας υπεράνω πάσης υποψίας εκπαιδευτικός και προπονητής του μπάσκετ.

Όπως είπε χαρακτηριστικά ο κ.Παραδουλάκης η έρευνα ήταν πολύ δύσκολη καθώς

« σε μια τόσο μικρή κοινωνία, έπρεπε να γίνει με λεπτούς χειρισμούς και διακριτικότητα, προκειμένου να έχουμε το σημερινό αποτέλεσμα. Και μάλιστα για ένα πρόσωπο γνωστό και κοινωνικά καταξιωμένο που σε μεγάλο βαθμό απολάμβανε της εκτίμησης και της εμπιστοσύνης της τοπικής κοινωνίας, αλλά και των οικογενειών των θυμάτων.

Ο Σειραγάκης έπαιρνε προφυλάξεις και λειτουργούσε με μεθοδικότητα. Δηλαδή έκανε συναντήσεις μικρής διάρκειας, σε σημεία τέτοια που, ούτε επέτρεπαν την καθαρή αποτύπωση της δράσης του, ούτε επέτρεπαν τις υπόνοιες στις ίδιες τις οικογένειες των παιδιών.»

Οι έρευνες ξεκίνησαν την Άνοιξη

«Κάποιες διάσπαρτες φήμες πριν από αρκετούς μήνες αναφερόντουσαν σε κάποιες περίεργες σχέσεις του Σειραγάκη με κάποια παιδιά. Στη βάση αυτή ξεκίνησαν οι αστυνομικοί της Ασφάλειας να συλλέγουν διακριτικά πληροφορίες, οι οποίες όσο περνούσε ο χρόνος περιέγραφαν ένα γενικότερο πλαίσιο δράσης του Σειραγάκη, χωρίς ωστόσο να είναι συγκεκριμένες και να θέτουν μία αντικειμενική βάση δεδομένων» είπε ο Αστυνομικός Διευθυντής Ρεθύμνου.

Όμως όταν οι αστυνομικοί διαπίστωσαν πως οι φήμες είχαν κάποια βάση άρχισε η δύσκολη δουλειά συγκέντρωσης του αποδεικτικού υλικού, το οποίο θα επέτρεπε την σύλληψη του 47χρονου και κυρίως θα μπορούσε να «σταθεί» στην Δικαιοσύνη.

Σε αυτό το στάδιο, είπε ο κ.Παραδουλάκης « ενημερώθηκε άμεσα η Εισαγγελία του Ρεθύμνου και τη διερεύνηση της υπόθεσης ανέλαβε συγκεκριμένη ομάδα αστυνομικών με στόχο τη διαλεύκανσή της, με την παράλληλη διασφάλιση του απόρρητου των ερευνών, που αποτελούσε κρίσιμο θέμα για την έκβαση της έρευνας.

Η διαρκής καθοδήγηση και συνεννόηση με τις Εισαγγελικές Αρχές, που επόπτευαν την πορεία των ερευνών σε όλα τα στάδια της πολύμηνης επιχείρησης ήταν καθοριστική, όχι μόνο για τη δικονομική αξιολόγηση του εκάστοτε συλλεγέντος υλικού, αλλά και για την οργάνωση και τον προσδιορισμό κάθε νέου επιχειρησιακού βήματος.

Έπρεπε τα στοιχεία να ήταν απολύτως τεκμηριωμένα και σε καμία περίπτωση να μην αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης. Ούτε φυσικά οι έρευνες της Αστυνομίας να αποκαλυφθούν ή και να διακινδυνεύσουμε την αποτελεσματικότητά τους.»

Το Φθινόπωρο η αρχή του τέλους

Η συστηματική δουλειά της ειδικής ομάδας των αστυνομικών άρχισε να φέρνει συγκεκριμένα αποτελέσματα στις αρχές του Φθινοπώρου και «τότε με βάση νέα στοιχεία που προέκυψαν, έγινε με άδεια της Εισαγγελικής Αρχής άρση απορρήτου των επικοινωνιών του Σειραγάκη. Από το υλικό που συνελέγη από τις τηλεφωνικές και ηλεκτρονικές επικοινωνίες του, καταλήξαμε να έχουμε μια ξεκάθαρη εικόνα της δράσης του» είπε ο κ.Παραδουλάκης.

Όπως όμως τόνισε «η σοβαρότητα και η έκταση της υπόθεσης δεν επέτρεπαν σε καμία περίπτωση την λήψη αποφάσεων και ενεργειών που θα μπορούσαν να προκαλέσουν λάθη από πλευράς Αστυνομίας. Η σύλληψη έγινε στο συντομότερο δυνατό χρόνο που υπήρξε πλήρης στοιχειοθέτηση της υπόθεσης με αδιάσειστο αποδεικτικό υλικό. Η οποιαδήποτε βεβιασμένη ενέργεια χωρίς ισχυροποίηση των αποδεικτικών στοιχείων, θα μπορούσε να αποβεί ολέθρια, αφού θα επέτρεπε στον Σειραγάκη να κινείται ελεύθερα ανάμεσά μας, σε καθεστώς ατιμωρησίας».

«Η σημερινή του κατάληξη είναι δικαίωση των προσπαθειών μας» επεσήμανε ο Αστυνομικός Διευθυντής Ρεθύμνου εκφράζοντας την ηθική και κυρίως την ανθρώπινη ικανοποίηση των αστυνομικών αρχών γιατί όπως είπε η έκβαση της υπόθεσης

«οδήγησε στην απομάκρυνση από την κοινωνία μας του φυσικού και ηθικού αυτουργού πρωτόγνωρων βιαιοτήτων σε βάρος παιδικών και εφηβικών ψυχών, αλλά και γιατί συμβάλαμε στην επιπλέον θωράκιση της κοινωνίας μας απέναντι σε τέτοιου είδους φαινόμενα.»