«Η Ιταλία θα τα καταφέρει, δεν έχω αμφιβολίες», δήλωσε χθες ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας Σίλβιο Μπερλουσκόνι «Αν λάβουμε υπόψη μας το δημόσιο χρέος αλλά και την ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία, η Ιταλία είναι η δεύτερη, σε ισχύ, ευρωπαϊκή χώρα, μετά την Γερμανία», επισήμανε ο πρώην πρωθυπουργός και μεγιστάνας.

Σε δηλώσεις του κατά τη άφιξή του στην σύνοδο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ), που πραγματοποιείται στην Μασαλία, ο Μπερλουσκόνι επισήμανε, αναφερόμενος στα νέα έκτακτα μέτρα της κυβέρνησης Μόντι, ότι «όλα μπορούν να βελτιωθούν, από την στιγμή που σύμφωνα με το ιταλικό θεσμικό σύστημα η κυβέρνηση προτείνει αλλά η βουλή, η οποία συζητά και ψηφίζει, αποφασίζει».

«Η Ιταλία συμβάλλει η Ευρώπη να ξεπεράσει το οικονομικό τέλμα στο οποίο βρίσκεται», είπε ο Μπερλουσκόνι.

Ο Μπερλουσκόνι, ο οποίος αποχώρησε από την πρωθυπουργία παραχωρώντας τη θέση του στον τεχνοκράτη Μάριο Μόντι, είπε παράλληλα ότι «αν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν λειτουργήσει ως τελικός εγγυητής έχοντας την δυνατότητα να υποστηρίζει το δημόσιο χρέος χωρών, δεν θα μπορέσει να λυθεί κανένα πρόβλημα».

Η Γερμανία αντιτίθεται στην μονιμότερη εμπλοκή της ΕΚΤ στην κρίση χρέους.

Ο Μπερλουσκόνι τόνισε ότι «η ακαμψία της Γερμανίας αποδείχθηκε αρνητική για όλη την Ευρώπη».

«Η ακαμψία αυτή είχε αρνητικές επιπτώσεις, για παράδειγμα στην διαχείριση του ελληνικού χρέους και στις παρεμβάσεις της Ευρώπης στην Ελλάδα. Παρεμβάσεις στις οποίες οφείλονται απόλυτα τα όσα συνέβησαν», εκτίμησε ο Μπερλουσκόνι.

Στο μεταξύ, ιταλοί οικονομικοί αναλυτές εκφράζουν επιφυλάξεις σχετικά με την δυνατότητα εφαρμογής --τουλάχιστον-- ενός εκ των μέτρων που ανακοίνωσε ο Μάριο Μόντι: η κυβέρνησή του σκοπεύει να επιβάλλει φόρο 1,5% επί των κεφαλαίων που επέστρεψαν από το εξωτερικό.

Όπως αναφέρει η εφημερίδα Κοριέρε Ντέλα Σέρα --βασιζόμενη και σε ανάλυση ειδικών της ιταλικής βουλής-- αυτό δεν είναι τόσο απλό: «η επιστροφή των κεφαλαίων βάσει ευνοϊκών όρων έγινε με ανώνυμο τρόπο ενώ σε πολλές περιπτώσεις τα χρήματα αυτά δεν βρίσκονται στους αρχικούς τραπεζικούς λογαριασμούς ή έχουν επενδυθεί σε νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες».