Με μελανά χρώματα περιγράφει το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανιών Ερευνών (ΙΟΒΕ) τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας το 2012, επισημαίνοντας πως μόνον με σοβαρές διαρθρωτικές τομές θα υπάρξει ανάταξη και επιστροφή στην ανάπτυξη.

 Στην τέταρτη τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ για την ελληνική οικονομία αναφέρεται πως σε ότι αφορά το 2012, οι τάσεις στην οικονομική δραστηριότητα και στην πορεία των βασικών συνιστωσών του ΑΕΠ στην Ελλάδα, θα διαμορφωθούν κατά κύριο λόγο από τα δημοσιονομικά μέτρα, από την έκβαση των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της νέας δανειακής σύμβασης με την τρόικα και από τις εγχώριες πολιτικές εξελίξεις.

Το ΙΟΒΕ θεωρεί δύσκολη την επίτευξη του στόχους για έλλειμμα 9% του ΑΕΠ το 2011, ενώ εκτιμά πως φέτος η ύφεση της ελληνικής οικονομίας θα κινηθεί σε επίπεδο τουλάχιστον 5,5% και η ανεργία θα διαμορφωθεί στην περιοχή του 17,3%.

Αναλυτικότερα, η επίδραση των μέτρων φορολογίας του εισοδήματος (εισφορά κοινωνικής αλληλεγγύης, τέλος επιτηδεύματος, μείωση αφορολόγητου ορίου κ.α.) που άρχισε το φθινόπωρο του 2011 και θα εκδηλωθεί πλήρως το 2012, οι μειώσεις μισθών στο σύνολο της οικονομίας, η αύξηση της ανεργίας και οι νέες περικοπές στις συντάξεις, θα ασκήσουν σημαντικές πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και ακολούθως στις καταναλωτικές δαπάνες τους.

Η προσπάθεια για κάλυψη των δημοσιονομικών αποκλίσεων του 2011 και την επίτευξη των αυστηρότερων στόχων του 2012 θα περιορίσει σημαντικά τη δημόσια κατανάλωση. Η περικοπή των κρατικών δαπανών το 2012 δεν αποκλείεται να επηρεάσει και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, το οποίο υπο-εκτελείται τα δύο τελευταία χρόνια, προκειμένου να καλυφθούν υστερήσεις και γενικότερα αποκλίσεις στη διαδικασία δημοσιονομικής προσαρμογής.

Όμως στο ΑΕΠ μπορούν να ασκηθούν και ενισχυτικές επιδράσεις, από προωθητικές πολιτικές πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη (αναδιάρθρωση κράτους, επιτάχυνση ΕΣΠΑ 2007-2013, αξιοποίηση κρατικής περιουσίας), οι οποίες ενώ θα έπρεπε να αποτελούν προτεραιότητα από την αρχή υλοποίησης του Μνημονίου, να έχουν ήδη ληφθεί και υλοποιηθεί, περιορίζοντας τον αντίκτυπο της δημοσιονομικής προσαρμογής στην ύφεση και στην ανεργία, αντιθέτως αναβάλλονταν συνεχώς, με αποτέλεσμα να παρέλθει μακρό χρονικό διάστημα μέχρι να γίνει ο σχεδιασμός τους και να ξεκινήσει η υλοποίησή τους.

Ανασχετικά στη μείωση του ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας το 2012 θα επενεργήσει για τρίτη συνεχόμενη χρονιά ο εξωτερικός της τομέας, το έλλειμμα του οποίου εκτιμάται ότι θα συρρικνωθεί εκ νέου, κυρίως από την υποχώρηση των εισαγωγών λόγω της φθίνουσας εγχώριας ζήτησης. Υπό τις επιδράσεις που αναφέρθηκαν, η ύφεση στην ελληνική οικονομία το 2012 εκτιμάται ότι θα είναι της τάξης του 3%, ενδεχομένως και υψηλότερη.

Η δε συνέχιση της ύφεσης για ένα ακόμα χρόνο, έστω και με ηπιότερη ένταση, θα έχει αντίστοιχες επιπτώσεις στην αγορά εργασίας, με την ανεργία να ανέρχεται στο 18,5%.

Όσον αφορά στον προϋπολογισμό 2012, εκτιμάται ότι οι βασικές μακροοικονομικές υποθέσεις του στην παρούσα φάση είναι αρκετά λογικές και, ως εκ τούτου, το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί κυρίως από την επιβεβαίωση των δημοσιονομικών μεγεθών για το 2011 και την απόδοση των μέτρων κατά το 2012.

Ρυθμιστικός παράγοντας επίτευξης των δημοσιονομικών μεγεθών που περιλαμβάνονται στον Προϋπολογισμό του 2012 θα είναι ο βαθμός επιβεβαίωσης της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στο «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων (PSI), καθώς προβλέπεται όφελος από την εφαρμογή του μέσω της μείωσης των τόκων για τα ομόλογα που λήγουν εντός του έτους, λαμβάνοντας όμως προηγουμένως υπ’ όψη τους λιγότερους τόκους που θα εισπράξουν τα ασφαλιστικά ταμεία που έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους ομόλογα του ελληνικού κράτους.

Πάντως, οι μεταβολές ορισμένων μεγεθών τόσο στην πλευρά των εσόδων όσο και των δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού ήδη δημιουργούν ορισμένες αβεβαιότητες. Σε αυτή παρουσιάζονται και επικαιροποιημένες προβολές για το δημόσιο χρέος, κατ’ αρχάς χωρίς το PSI, προκειμένου να υπάρχει μέτρο σύγκρισης, το οποίο εισάγεται στη συνέχεια, για να ακολουθήσουν σενάρια στη βάση μεγαλύτερης προσπάθειας στο δημοσιονομικό πεδίο, πραγματοποίησης αποκρατικοποιήσεων και ταχύτερης ανάπτυξης της οικονομίας.

Προτάσεις για την Ευρωζώνη

Το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανιών Ερευνών αποδίδει την κρίση στην Ευρωζώνη, στο βασικό πρόβλημα της αρχιτεκτονικής της και προτείνει τέσσερις παρεμβάσεις για την αποκατάσταση της ισορροπίας:

-Η πρώτη, και ευκολότερη να εφαρμοστεί πολιτικά και χρονικά, είναι η λειτουργία της ΕΚΤ ως ύστατου δανειστή. Με τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα, αυτή η λειτουργία δεν θέτει σε κίνδυνο το στόχο του χαμηλού πληθωρισμού.

-Η δεύτερη είναι η έκδοση ευρωομολόγου. Ουδείς έγκυρος οικονομολόγος σήμερα πιστεύει ότι το ευρώ θα επιβιώσει χωρίς ευρωομόλογο. Όμως η γερμανική κυβέρνηση έχει αυτοπαγιδευθεί στην αρχική ρητορική της και δεν θέλει ούτε να αναφέρει τη λέξη αυτή. Και παρασύρει και την Γαλλική κυβέρνηση στην αδιέξοδη αυτή τακτική. Επειδή όμως οι χρηματοπιστωτικές αγορές δεν αποδέχονται πλέον ημιτελείς λύσεις και είναι αρκετά πιθανόν να δοκιμάσουν σύντομα τις αντοχές μιας μεγάλης περιφερειακής χώρας της Ευρωζώνης, το ευρωομόλογο είναι sine qua non για την επιβίωση του ευρώ.

-Η τρίτη, και πλέον μακρόχρονη, είναι η σταδιακή δημοσιονομική (και πολιτική) ενοποίηση, με τροποποίηση των συνθηκών και τη δημιουργία ενός Υπουργείου Οικονομικών της Ευρωζώνης, το οποίο θα είναι υπεύθυνο για τη χάραξη δημοσιονομικής πολιτικής σε κάθε χώρα-μέλος καθώς και για την επίβλεψη και έλεγχο του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

-Η τέταρτη αφορά την άρση της «μεροληψίας στασιμότητας» που εμπεριέχεται σε ενιαίες νομισματικές ζώνες: Δηλαδή ότι η προσαρμογή πρέπει να επιτυγχάνεται με μείωση των ελλειμμάτων στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών όπου αυτά υπάρχουν, αλλά και με μείωση των αντίστοιχων πλεονασμάτων. Διαφορετικά, το σύστημα θα ισορροπήσει με δραστική μείωση της οικονομικής δραστηριότητας.