Παράγοντας του IIF έκανε λόγο για «παύση στις συνομιλίες, ώστε να επανεξεταστεί η εθελοντική φύση του προγράμματος». Προσέθεσε ότι οι συνομιλίες με τις ελληνικές αρχές θα ξεκινήσουν εκ νέου, χωρίς όμως αναφορά σε συγκεκριμένη ημερομηνία.

Σύμφωνα, πάντως, με υψηλόβαθμο κυβερνητικό στέλεχος, δεν προέκυψαν αγεφύρωτες διαφορές. Το ίδιο στέλεχος υπογράμμισε: «Δεν τα σπάσαμε με το IIF» και πρόσθεσε ότι την ερχόμενη Τετάρτη θα επαναληφθούν οι συνομιλίες, με αυξημένες πιθανότητες να βρεθεί κοινά αποδεκτή λύση.

Το μεγάλο «αγκάθι» για να επιτευχθεί η συμφωνία σχετίζεται με το ύψος του επιτοκίου λόγω και των πιέσεων από ΔΝΤ και Ευρωζώνη να κρατηθεί σε χαμηλά επίπεδα.

Παράλληλα, την όλη διαδικασία απειλούν να τινάξουν στον «αέρα» hedge funds που έχουν αγοράσει ελληνικά ομόλογα σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές και φυσικά αρνούνται να μπουν στο PSI, με στόχο είτε να πληρωθούν στην ονομαστική αξία των ομολόγων είτε να «αποζημιωθούν» μέσω των CDS αν η όλη διαδικασία καταστεί με νόμο υποχρεωτική για τους ομολογιούχους.

Οπως γίνεται αντιληπτό, οι διαπραγματεύσεις για τους όρους εφαρμογής του PSI εξελίσσονται σε μία δύσκολη παρτίδα... πόκερ για έμπειρους παίκτες, καθώς κάθε μία από τις δύο εμπλεκόμενες πλευρές προσπαθεί να μεγιστοποιήσει τα οφέλη της.

Πιο αναλυτικά, χθες αμέσως μετά τη συνάντηση που είχε ο πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος και ο υπουργός Οικονομικών Ευάγγελος Βενιζέλος με τον επικεφαλής του IIF Τσαρλς Νταλάρα, το Διεθνές Χρηματοπιστωτικό Ινστιτούτο εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία υποστήριζε πως οι συνομιλίες του IIF με Ελλάδα και την τρόικα διακόπτονται ώστε να επανεξεταστούν «τα πλεονεκτήματα μιας εθελοντικής προσέγγισης».

«Δυστυχώς παρά τις προσπάθειες της ηγεσίας της ελληνικής κυβέρνησης η πρόταση που προωθείται δεν έχει οδηγήσει στην παραγωγή μιας εποικοδομητικής συνολικής ανταπόκρισης από όλους τους εμπλεκόμενους, συμβατή με μια εθελοντική ανταλλαγή των ελληνικών ομολόγων και με τη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου», αναφέρεται στην ανακοίνωση.

Το IIF ελπίζει δε πως η ελληνική πλευρά θα μπορέσει να είναι σε θέση να ξεκινήσει πάλι τις συζητήσεις με τους ιδιώτες κάποια στιγμή, χωρίς όμως να δίνει συγκεκριμένη ημερομηνία. Από την ελληνική πλευρά κυβερνητικός αξιωματούχος κοντά στη διαπραγμάτευση δήλωσε, σύμφωνα με το Reuters, ότι «χθες ήμασταν συγκρατημένα αισιόδοξοι. Σήμερα είμαστε λιγότερο αισιόδοξοι».

«Είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε σε όλα τα μέρη ότι οι συνέπειες μιας αποτυχίας θα είναι καταστροφικές για την Ελλάδα και τους Ελληνες, την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους», πρόσθεσε

Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με πληροφορίες η μάχη είναι σκληρή στο μέτωπο των επιτοκίων, δηλαδή του κόστους που θα επωμιστούν οι ιδιώτες, με το κλίμα να βαραίνει από τη διαφαινόμενη πρόθεση Ελλάδας και τρόικας, εάν η συμμετοχή των ιδιωτών αποδειχτεί χαμηλότερη από το επιδιωκόμενο, να καταστήσουν το «κούρεμα» υποχρεωτικό για όλους ενεργοποιώντας αναδρομικά τα λεγόμενα CACs.

Στο σκέλος του κόστους, η συζήτηση διεξάγεται, κατά τις ίδιες πληροφορίες, στη ζώνη του 4%-5%, με την τρόικα να πιέζει, επιμένοντας σε χαμηλότερα επιτόκια προς το 4% ώστε να θωρακιστεί ο στόχος της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Οι ζημιές για τους ιδιώτες σε όρους καθαρής παρούσας αξίας θα κινηθούν στην περιοχή του 60%-65%, χωρίς όμως να αποκλείεται να αποδειχτούν σε ορισμένες περιπτώσεις και άνω του 70% εκτιμούν τραπεζικές πηγές, αποτιμώντας τις πιέσεις που ασκούνται κυρίως από την τρόικα για διασφάλιση μικρότερων επιτοκίων, οι οποίες -όπως φαίνεται- προσκρούουν στους ιδιώτες που δύσκολα θα συμμετάσχουν εθελοντικά σε κάτι τέτοιο.

Παράλληλα, διατηρείται στο τραπέζι το ενδεχόμενο ενεργοποίησης των ρητρών συλλογικής δράσης (CACs) που θα καταστήσει υποχρεωτικό το «κούρεμα» για όλους, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ εάν διασφαλιστεί ένα αρχικό ποσοστό συμμετοχής. Πληροφορίες από την ελληνική πλευρά αναφέρουν πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να νομοθετηθεί πριν υπάρξει τεχνική συμφωνία για τους όρους προσφοράς του Ελληνικού Δημοσίου. Χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κράτησε επισήμως κλειστά τα χαρτιά της ελληνικής κυβέρνησης και περιορίστηκε να δηλώσει πως «δεν υπάρχει απόφαση για το ένα και πότε θα κατατεθεί νόμος που θα υποχρέωνε τους πιστωτές σε ανταλλαγή ομολόγων».

Σύμφωνα, πάντως, με τη διεθνή εμπειρία, έως τώρα τα ποσοστά ενεργοποίησης των CACs εκτιμάται πως θα μπορούσαν να κινηθούν σε τρεις ζώνες, 55%, 60%, 75%. Δηλαδή από τα ποσοστά αυτά συμμετοχής και άνω θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν, αν και κάθε περίπτωση θα είχε διαφορετικές συνέπειες.