Συνεχίζουν να προκαλούν τα στοιχεία για την κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων καθώς νέα στοιχεία δείχνουν ότι την περίοδο 2000 – 2011 τα κόμματα έλαβαν συνολικά 700 εκατομμύρια ευρώ. Υπενθυμίζεται ότι πριν από λίγες ημέρες το protothema.gr είχα αποκαλύψει ότι παρά τα δυσβάσταχτα δημοσιονομικά μέτρα που ψηφίζονται στην βουλή, τα κόμματα φρόντισαν να αυξήσουν το δημόσιο χρήμα που εισρέει στο ταμείο τους.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέθεσε ο υπουργός Εσωτερικών Τάσος Γιαννίτσης στην επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής το ΠΑΣΟΚ από το 2000 έως και το 2011 έλαβε 254.601.870 ευρώ ενώ η ΝΔ 271.146.297 ευρώ. Το επιπλέον ποσό που φαίνεται να λαμβάνει η ΝΔ σε σχέση με το ΠΑΣΟΚ - αν και την συγκεκριμένη περίοδο υπήρξε για περισσότερα χρόνια αντιπολίτευση - οφείλεται στο γεγονός ότι την περίοδο 2004 – 2009 που ήταν κυβέρνηση παρατηρήθηκε και η μεγαλύτερη αύξηση των κρατικών χορηγήσεων. Επιπροσθέτως, το ΚΚΕ για το αντίστοιχο διάστημα έλαβε 63.926.787 ευρώ, ο ΣΥΡΙΖΑ 47.950.315 ευρω ενώ το ΛΑΟΣ 29.023573 (2004-2011) και οι Οικολόγοι Πράσινοι 5.590.177 ευρω (2009-2011).

Όπως μάλιστα εξήγησε ο κ. Γιαννίτσης στα μέλη της επιτροπής «σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας αυτής τα ποσά που χορηγούνταν στα κόμματα έβαιναν αυξανόμενα με αποκορύφωση το 2009, που ήταν χρονιά με δύο εκλογικές αναμετρήσεις και άρα αυξημένη χρηματοδότηση, οπότε και έφθασαν συνολικά σε περίπου ογδόντα πέντε εκατομμύρια ευρώ. Ας επισημανθεί ότι το 2004, που επίσης ήταν χρονιά με δύο εκλογικές αναμετρήσεις, το ποσό αυτό έφτασε σε εξήντα ένα εκατομμύρια ευρώ, ενώ το 2000, επίσης εκλογική χρονιά, η κρατική χρηματοδότηση είχε ανέλθει συνολικά σε περίπου δεκαέξι κόμμα πέντε δις δραχμές ή περίπου σαράντα οκτώ εκατομμύρια ευρώ. Η πορεία αυτή αναστρέφεται το 2010, όταν η κρατική χρηματοδότηση περιορίζεται πλέον σε σαράντα οκτώ κόμμα οκτώ εκατομμύρια ευρώ, ενώ για το 2011 έχουν προβλεφθεί με βάση το νόμο περίπου πενήντα τέσσερα εκατομμύρια ευρώ και μέχρι σήμερα έχουν εκταμιευθεί τα περίπου σαράντα εξ αυτών».

«Η χρηματοδότηση των κομμάτων δεν συμπορεύεται με το αίσθημα του κοινωνικού συνόλου»
Πάντως, ο υπουργός εξήγησε ότι το υπάρχον σύστημα υπολογισμού της κρατικής χρηματοδότησης υπέρ των κομμάτων δημιουργεί προβλήματα δεοντολογίας και «συμπόρευσης με την αίσθηση του κοινωνικού συνόλου».

Ειδικότερα ο υπουργός εξήγησε ότι ο τρόπος υπολογισμού της χρηματοδότησης συγκρούεται με την προσπάθεια της χώρας για δημοσιονομική εξυγίανση ενώ παράλληλα έθεσε μια σειρά από ερωτήματα που θα πρέπει να απασχολήσουν τα κομματικά επιτελεία ως προς την διαμόρφωση των σχετικών τους προτάσεων. Συγκεκριμένα, έκανε λόγο για προβλήματα που ανακύπτουν με τη χρηματοδότηση των κομμάτων σε σχέση με τη δύσκολη οικονομική συγκυρία της χώρας υποστηρίζοντας ότι τα κόμματα τη δεδομένη στιγμή εξασθενούν την προσπάθεια συμμαζέματος των οικονομικών και αύξησης των εσόδων.

Τόνισε πως «Σε μια νορμάλ περίοδο που μία χώρα έχει έσοδα και έναν υγιή προϋπολογισμό δεν προκύπτουν ιδιαίτερα προβλήματα. Όμως εδώ έχουμε μία χώρα και μια κυβέρνηση που προσπαθεί περικόπτοντας δαπάνες, αυξάνοντας φόρους, μειώνοντας μισθούς και σειρά άλλες επιβαρύνσεις, να αυξήσει τα έσοδά της και να μειώσει το έλλειμμα και από αυτή την αύξηση των εσόδων τα κόμματα παίρνουν ένα κομμάτι από αυτή την προσπάθεια, που σηματοδοτεί μία εξασθένιση αυτής της προσπάθειας. Εγώ βλέπω εδώ ένα πρόβλημα. Πρόβλημα αρχής δεοντολογίας και συμπόρευσης με την αίσθηση του κοινωνικού συνόλου».

Μεταξύ των θεμάτων που ζήτησε να εξεταστούν ο υπουργός περιλαμβάνονται και τα εξής:

- Αν οι επιχορηγήσεις θα εξακολουθήσουν να υπολογίζονται σύμφωνα με τα προϋπολογισθέντα έσοδα ή με τον απολογισμό. Το γεγονός ότι σήμερα υπολογίζονται σύμφωνα με τον προϋπολογισμό έχει σαν συνέπεια τα κόμματα να παίρνουν περισσότερα χρήματα από αυτά που πραγματικά δικαιούνται καθώς η χρηματοδότηση στηρίζεται τα εκτιμώμενα έσοδα ποτέ δεν πιάνονται. Επιπροσθέτως, ο κ. Γιαννίτσης σημείωσε ότι σήμερα σύμφωνα με τον νόμο η χρηματοδότηση είναι εφάπαξ και σημείωσε την ευκολία που θα παρεχόταν στο γενικό Λογιστήριο του Κράτους αν αυτή γινόταν τμηματικά.

- Αν μπορεί η χρηματοδότηση να συνδυαστεί με την πραγματική συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία. Δηλαδή, να υπάρχει μια σταθερή χρηματοδότηση (πιο χαμηλή από όσο είναι σήμερα) και ένα επιπλέον κομμάτι που θα μεταβάλλεται από τον αριθμό των ψήφων που λαμβάνει κάθε κόμμα, εξηγώντας ότι στην Γερμανία κάθε ψήφος αντιστοιχεί σε κάποια σεντς. Με τον τρόπο αυτό – σύμφωνα παντα με τον κ. Γιαννίτση – τα κόμματα θα αναγκαστούν να αυξήσουν την πειθώ τους προκειμένου να προσελκύσουν τους ψηφοφόρους στην κάλπη.

- «κρατικής χρηματοδότησης σε είδος» δηλαδή με παροχή στέγασης, ΔΕΗ, ΟΤΕ κ.α..
Επιπλέον, ζήτησε προτάσεις για να υπάρξει απόλυτη διαφάνεια στην ιδιωτική χρηματοδότηση και εξήγησε ότι η σχέση κομμάτων και τραπεζών είναι ζήτημα που εντάσσεται στην ευθύνη του υπουργείου Οικονομικών, παρά ταύτα σημείωσε ότι κάθε σχετική πρόταση που θα του κατατεθεί θα την συζητήσει με τον κ. Ευάγγελο Βενιζέλο.

«Ναι στην μείωση όχι στην κατάργηση της επιχορήγησης από το σύνολο των κομμάτων»
Από την άλλη, ο βουλευτής της ΝΔ Προκόπης Παυλόπουλος τάχθηκε υπέρ της μείωσης της χρηματοδότησης των κομμάτων και της αύξησης των μέτρων διαφάνειας, όχι όμως υπέρ της κατάργησης της κρατικής χρηματοδότησης καθώς όπως είπε «πρέπει να στηρίξουμε τα κόμματα πρέπει να συνεχιστεί η κρατική χρηματοδότη. Λιγότερη; Να το δούμε. Εγώ θα ήμουν υπέρ». Πρόσθεσε μάλιστα ότι απαιτείται ρύθμιση των χρεών των κομμάτων.

Την πρόθεση του ΚΚΕ να συνεχίσει την ενίσχυση του κόμματος από τα κουπόνια, δήλωσε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος Σπύρος Χαλβατζής λέγοντας ότι σε κάθε περίπτωση «εμείς θα συνεχίσουμε με τα κουπόνια. Θα μαζεύουμε τις συνδρομές και τις ενισχύσεις». Από την πλευρά του ΛΑΟΣ ο Γιάννης Κοραντής τάχθηκε υπέρ μιας κρατικής επιχορήγησης «και για λόγους διαφάνειας των οικονομικών των κομμάτων» όπως είπε ενώ υπενθύμισε την πρόταση του προέδρου του ΛΑΟΣ Γιώργου Καρατζαφέρη να μειωθεί στο ήμισυ η επιχορήγηση των κομμάτων . Ο κ. Βασίλης Μουλόπουλος εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ είπε «Και τον τελειότερο νόμο να βρούμε, αν δεν υπάρχει πολιτική βούληση να εφαρμοστεί, τα παράθυρα θα είναι πολλά»

Ρύθμιση των χρεών των κομμάτων προς τις τράπεζες – τα οποία ανέρχονται σε περίπου 260 εκατ. ευρώ συνολικά- πρότεινε και ο βουλευτής της ΝΔ Γιάννης Τραγάκης. Όπως είπε ο βουλευτής αυτό και μόνο έκανε τα κόμματα να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους ήταν κυρίως η μεγάλη αύξηση επιτοκίου τράπεζας που από τον Ιούλιο του 2010 σκαρφάλωσε στο 8,65% και πρότεινε το 50% των χρεών να παγώσει και για το άλλο 50% να υπάρξει μια ρύθμιση της τράπεζας με το δημόσιο».