«Οι νεκροί έχουν απομακρυνθεί τώρα. Το πρόβλημα είναι τί θα συμβεί σε αυτούς που είναι ακόμη ζωντανοί. Τί κάνεις αν έχεις χάσει τα μάτια σου ή ένα από τα μέλη σου; Τί είδους ζωή θα έχεις στο μέλλον;» λέει ο Ραμί Αμπντούλ Ραχμάν, επικεφαλής της οργάνωσης αρωγής SOHR.

Είναι μία από τις δεκάδες μαρτυρίες για την τραγική μοίρα των κατοίκων, μέσα από την σουνιτική πόλη Χομς, στη Συρία, η οποία πολιορκείται και βάλλεται ανελέητα, εδώ και τέσσερις ημέρες, από τον στρατό του Σιίτη Μπασάρ αλ-Ασαντ.

«Είναι γενοκτονία. Θέλουν να μας βομβαρδίσουν, να μας σκοτώσουν, να μας κάνουν να πεθάνουμε από την πείνα για να υποταχθούμε. Το καθεστώς δεν πίστευε ότι θα συνεχίσουμε να αντιστεκόμαστε. Και τώρα παίζει το τελευταίο χαρτί, το χαρτί της γενοκτονίας. Στρατιώτες σκοτώνουν γυναίκες, μαχαιρώνουν παιδιά», λέει ο Καράμ Αμπου Ραμπία, μιλώντας από την Χομς μέσω Skype.

Παγιδευμένοι, απελπισμένοι, αλλά πολλοί ακόμη ανυπότακτοι, οι κάτοικοι φοβούνται τα χειρότερα. Καθώς ο στρατός εισβάλει όλο και πιο βαθιά στις γειτονιές, ο κόσμος χάνει τις ελπίδες του.

«Δεν επιτρέπουν να περάσουν τρόφιμα στις περιοχές των εξεγερμένων. Ιδίως ψωμί. Δεν έχουμε πια ψωμί να φάμε. Χτυπάνε φούρνους, το νοσοκομείο, τα τζαμιά. Βομβαρδίζουν σπίτια, σκοτώνουν ολόκληρες οικογένειες. Μας έχουν κόψει το φως και το τηλέφωνο από την Δευτέρα. Το καθεστώς του Ασαντ προσπαθεί να αφανίσει την Χομς», είπε ο Γουαλίντ Φαρές, μέσω δορυφορικής σύνδεσης, στον Guardian.

Ελεύθεροι σκοπευτές χτυπάνε στα τυφλά, όλμοι σκάνε σε σπίτια κάθε λίγα λεπτά, αεροπλάνα και ελικόπτερα κάνουν κύκλους στον ουρανό, και άρματα μάχης μπαίνουν στους δρόμους, σε μια τελική, φονική επίθεση, στις περιοχές των εξεγερμένων.

«Τα τανκς σώπασαν πριν από δύο ώρες. Ετσι καταλάβαμε ότι ο στρατός ήταν έτοιμος να εισβάλει στη γειτονιά μας», λέει ο Μαχμούντ Αραμπί.

Μένει στο προάστιο Μπαμπ Αμρ, βομβαρδισμένο τοπίο εδώ και τέσσερα 24ωρα. «Η πολιορκία γίνεται όλο και χειρότερη. Εχουμε ελλείψεις σε όλα, τρόφιμα, φάρμακα... Ολα τα φαρμακεία έχουν καταστραφεί. Ο κόσμος εδώ έχει μέρες να κοιμηθεί», λέει σε δημοσιογράφο του Independent ο Ομάρ, ένας άλλος κάτοικος.

Δεκάδες τραυματίες, ανάμεσά τους γυναικόπαιδα, πολλοί χωρίς χέρια και πόδια από τις εκρήξεις, έχουν μεταφερθεί σε πρόχειρα ιατρεία, όπου εθελοντές πασχίζουν να τους δώσουν τις πρώτες βοήθειες, χωρίς φάρμακα και εξοπλισμό.

«Κάνουμε εγχειρήσεις με μαχαίρια της κουζίνας. Δεν έχουμε φιάλες με αίμα, ούτε οξυγόνο. Από την περασμένη Παρασκευή έχουν σκοτωθεί 400 άνθρωποι, και άλλοι, πολλοί, είναι ακόμη θαμμένοι κάτω από τα ερείπια», λέει ένας από τους εθελοντές.

Οικογένειες κοιμούνται στα ερείπια των κατεστραμμένων σπιτιών τους, και προσεύχονται να σταματήσουν οι επιθέσεις. «Παιδιά ρωτάνε τους γονείς τους αν θα επιζήσουν, και οι γονείς δεν ξέρουν τί να τους απαντήσουν. Ολοι περιμένουμε να δούμε αν θα ζήσουμε ή θα πεθάνουμε», λέει ο Γουαλίντ.

«Ακόμα και οι κηδείες γίνονται βιαστικά, τη νύχτα. Το πρωί θα ήταν πολύ επικίνδυνο. Στο σκοτάδι, εθελοντές από το νοσοκομείο μεταφέρουν τους νεκρούς. Τους θάβουν χωρίς συγγενείς, χωρίς προσευχές, χωρίς αξιοπρέπεια», μεταδίδει ο Πολ Γουντ του BBC, ένας από τους λίγους δημοσιογράφους μέσα στην πόλη.

Ολοι του λένε πόσο φοβούνται και πόσο μόνοι νιώθουν.

«Ο ΟΗΕ μας εγκατέλειψε. Ποιός θα μας βοηθήσει τώρα;» τον ρώτησε ένας κάτοικος, ο Μοχάμεντ.