Μεγαλύτερες ποσότητες ζυμαρικών καταναλώνουν οι Έλληνες σε συνθήκες κρίσης «βοηθούμενοι» και από τις μειώσεις τιμών στις οποίες προχωρούν οι επιχειρήσεις του κλάδου προκειμένου να ενισχύσουν τη ζήτηση και να μη χάσουν μερίδια αγοράς.

Ο κλάδος των ζυμαρικών χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, καθώς ελέγχεται από λίγες βιομηχανικές επιχειρήσεις. Σημαντικό μέρος της παραγωγής κατευθύνεται προς το εξωτερικό, ενώ η εισαγωγική διείσδυση είναι περιορισμένη. Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν από την κλαδική μελέτη της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών της ICAP Group, που κυκλοφόρησε πρόσφατα.

Σύμφωνα με όσα αναφέρει ανακοίνωση της ICAP σχετικά με τα αποτελέσματα της έρευνας: «Ο παραγωγικός τομέας του κλάδου των ζυμαρικών ελέγχεται από λίγες μόνο μεγάλες βιομηχανίες. Ο ανταγωνισμός είναι ιδιαίτερα έντονος μεταξύ των μεγαλύτερων εταιρειών, οι οποίες διαθέτουν στην αγορά γνωστά εμπορικά σήματα. Ορισμένες εξ’ αυτών έχουν προχωρήσει σε στρατηγικές κάθετης ολοκλήρωσης για την παραγωγή σιμιγδαλιού, το οποίο χρησιμοποιείται στην παραγωγική τους διαδικασία.

Η εγχώρια παραγωγή ζυμαρικών υπερκαλύπτει τη ζήτηση, ενώ σημαντικό ποσοστό της παραγωγής εξάγεται. Από την άλλη πλευρά οι εισαγωγές είναι περιορισμένες συγκριτικά.

Τα ζυμαρικά στην εγχώρια αγορά διοχετεύονται στο λιανικό εμπόριο (σουπερμάρκετ και καταστήματα τροφίμων εν γένει), ή κατευθύνονται προς τους χώρους μαζικής εστίασης / catering. Ωστόσο, κυριότερο κανάλι διανομής των εν λόγω προϊόντων αποτελούν τα σουπερμάρκετ».

Αναφερόμενη στην εξέλιξη και τη διάρθρωση της αγοράς, καθώς επίσης και στις τάσεις που επικρατούν στην ελληνική αγορά ζυμαρικών, η Διευθύντρια Οικονομικών - Κλαδικών Μελετών της ICAP Group, κ. Σταματίνα Παντελαίου, τόνισε τα εξής:

«Η εγχώρια αγορά ζυμαρικών, βάσει όγκου, εμφάνισε μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής 1,5% την περίοδο 2000-2010. Ειδικότερα, το 2010 το μέγεθός της σημείωσε αύξηση 1,2% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Τα μακριά ζυμαρικά (τύπου σπαγγέτι κλπ.) εκτιμάται ότι καταλαμβάνουν μερίδιο συμμετοχής της τάξεως του 55% της συνολικής αγοράς και ακολουθούν οι πάστες με ποσοστό 35%.

Η αξία της αγοράς ζυμαρικών υποχώρησε κατά 3,2% το 2010 σε σχέση με το 2009, καθώς πολλές επιχειρήσεις επιδίδονται σε προσφορές, προκειμένου να διατηρήσουν σε υψηλά επίπεδα τον όγκο των πωλήσεών τους. Αναφορικά με τις τάσεις που επικρατούν στον κλάδο, παρατηρείται σταδιακή αύξηση της κατανάλωσης στις πάστες και μικρή υποχώρηση στα μακριά ζυμαρικά (τύπου σπαγγέτι).

Αυξητικές τάσεις παρουσιάζει επίσης και η κατανάλωση γεμιστών ζυμαρικών καθώς και ζυμαρικών ολικής άλεσης. Τα τελευταία χρόνια δυναμική αύξηση κατέγραψαν και τα ζυμαρικά ιδιωτικής ετικέτας».

Η εγχώρια αγορά ζυμαρικών θεωρείται «ώριμη», με αποτέλεσμα να μην παρουσιάζει αξιόλογες μεταβολές ετησίως. Όπως εκτιμούν παράγοντες της αγοράς, τη διετία 2011-2012 αναμένεται διατήρηση ή και μικρή αύξηση της αγοράς βάσει ποσότητας. Ωστόσο, μείωση προβλέπεται στην αξία των πωλήσεων, καθώς οι εταιρείες αναμένεται να συνεχίσουν τις προσφορές και τις εκπτώσεις και το προσεχές διάστημα.

Να σημειωθεί ότι στα πλαίσια της μελέτης έγινε και χρηματοοικονομική ανάλυση του παραγωγικών επιχειρήσεων ζυμαρικών με τη χρήση επιλεγμένων αριθμοδεικτών. Ακόμη, συνετάχθη ο ομαδοποιημένος ισολογισμός 4 βιομηχανιών ζυμαρικών των χρήσεων 2009 και 2010.

Όπως προκύπτει από τα δεδομένα αυτά, οι πωλήσεις των επιχειρήσεων αυτών αυξήθηκαν το 2010 κατά 4,7%. Η αύξηση του μικτού κέρδους κατά 10% περίπου, σε συνδυασμό και με τη μείωση των χρηματοοικονομικών δαπανών, οδήγησε στη βελτίωση των λειτουργικών αποτελεσμάτων των επιχειρήσεων το 2010 (κατά 17,1%). Τελικά, το καθαρό αποτέλεσμα (προ φόρου εισοδήματος) των επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 24,5%, ενώ τα κέρδη EBITDA αυξήθηκαν κατά 12,4%.