Ενας επιδέξιος «μάγος» μπορεί να προκαλέσει τον θαυμασμό αλλά και το γέλιο σας. Μπορεί να μαγνητίσει το βλέμμα σας, να κεντρίσει το ενδιαφέρον σας, να σας γεμίσει απορίες. Κυρίως όμως μπορεί να παίξει με το μυαλό σας. Χρησιμοποιώντας ένα σωρό μεθόδους κατορθώνει να εκμεταλλευθεί αδυναμίες του που καλά-καλά δεν ξέρετε ότι υπάρχουν. Και όλα αυτά δεν είναι λόγια του αέρα από κάποιους λάτρεις αυτού του είδους των θεαμάτων.

Είναι διαπιστώσεις στις οποίες έχουν καταλήξει οι νευροεπιστήμονες. Ορισμένοι από αυτούς βρίσκουν μάλιστα τα μαγικά κόλπα τόσο άρτια ώστε έχουν αρχίσει να τα χρησιμοποιούν ως «εργαλείο» για να εξερευνήσουν τη λειτουργία του εγκεφάλου. Τα αποτελέσματα των ερευνών τους φαίνονται τελικά να… βγάζουν λαγούς από το εργαστήριο αποκαλύπτοντας άγνωστες πτυχές ενός από τα πολυτιμότερα όργανα που διαθέτει ο άνθρωπος.

Ο Μάγος Αϊζενχάιμ αυτοσυγκεντρώνεται ακίνητος στη σκηνή. Ολοι τον παρακολουθούν προσηλωμένοι. Ξαφνικά ανοίγει το χέρι και στην παλάμη του φυτρώνει μια μικρή πορτοκαλιά. Το κοινό παραληρεί.

Ε, εντάξει, θα πείτε, αυτή είναι μια σκηνή σε μια ταινία, τα κινηματογραφικά εφέ κάνουν πραγματικά θαύματα. Παρ’ όλα αυτά εκατοντάδες «μάγοι» ανά τους αιώνες βγάζουν περιστέρια και κουνέλια από άδεια καπέλα ή τεμαχίζουν καλλονές οι οποίες στη συνέχεια εμφανίζονται αρτιμελείς επί σκηνής αφήνοντας τους θεατές άφωνους να αναρωτιούνται: Μα πώς γίνεται αυτό;

Οσο και αν σε κάποιους η πεζή πραγματικότητα προκαλεί μια μικρή απογοήτευση, η «μαγεία» των θεαμάτων αυτού του είδους δεν έχει καμία σχέση με τη μεταφυσική. Βασίζεται πάντα σε μια άψογα οργανωμένη στρατηγική και στο ταλέντο του «θαυματοποιού» να μαγνητίζει την προσοχή και να παραπλανά το κοινό του. Δεν είναι τυχαίο ότι στα αγγλικά οι «μάγοι» του είδους λέγονται «illusionists» – δημιουργοί ψευδαισθήσεων.


Ακόμη και το πιο απλό κόλπο με τραπουλόχαρτα «παίζει» με βασικούς μηχανισμούς του εγκεφάλου σας

Για να στήσουν αυτές τις ψευδαισθήσεις, εκτός από την ταχύτητα των δαχτύλων τους χρησιμοποιούν πολλά τεχνικά μέσα – από λιγότερο ως περισσότερο εξελιγμένα «μηχανήματα», όπως τα κουτιά με διπλούς πάτους ή διάφορες κατασκευές, ως ειδικά εφέ, όπως οι ειδικοί φωτισμοί ή ο καπνός. Το πιο εξελιγμένο – και εκλεπτυσμένο – όπλο τους είναι όμως η θαυμαστή ικανότητά τους να «παίζουν» με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Και μάλιστα χωρίς να έχουν συνήθως καμία σχετική επιστημονική γνώση.

Αυτό ακριβώς ώθησε ορισμένους νευροεπιστήμονες στο να αντλήσουν μυστικά από αυτόν τον «θησαυρό» εμπειρικής σοφίας για να βελτιώσουν τις μελέτες τους. Η Σουσάνα Μαρτίνεθ Κόντε, διευθύντρια του Εργαστηρίου Οπτικών Νευροεπιστημών στο Νευρολογικό Ινστιτούτο Μπάροους στο Φίνιξ της Αριζόνας, είναι μάλλον από τους πλέον «μυημένους» στα μαγικά μυστικά. Μαζί με τον σύζυγό της Στίβεν Μάκνικ, διευθυντή του Εργαστηρίου Συμπεριφορικής Νευροφυσιολογίας στο ίδιο ινστιτούτο, όχι μόνο υπήρξαν από τους πρώτους που εξέτασαν τις τεχνικές των μάγων στον εγκεφαλικό τομογράφο αλλά επιπλέον, για να αποκτήσουν καλύτερη συναίσθηση των πραγμάτων, έμαθαν την ίδια την τέχνη.

«Οταν αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε με τους επαγγελματίες μάγους, συνειδητοποιήσαμε ότι εμείς, ως επιστήμονες, βλέπαμε τα πράγματα από άλλη οπτική γωνία» λέει μιλώντας στο «Βήμα». «Γι’ αυτό θελήσαμε να μάθουμε πώς θα ήταν “από μέσα”». Πήγαν λοιπόν για έναν χρόνο σε μια σχολή μάγων και στη συνέχεια έδωσαν εξετάσεις στο «Magic Castle», την Ακαδημία των Μαγικών Τεχνών, όπου και έγιναν δεκτοί ως μέλη – από τους λίγους νευροεπιστήμονες που έχουν ένα τέτοιο «πτυχίο».

Η επιστήμη φυσικά δεν ενδιαφέρεται για το καθαρά «τεχνολογικό» μέρος ενός θεάματος τέτοιου είδους – δηλαδή τα ειδικά εξαρτήματα και τα οπτικά εφέ. Αυτό το οποίο μελετά, με τη συνεργασία ορισμένων επαγγελματιών μάγων και ταχυδακτυλουργών που δέχθηκαν να μοιραστούν με τους ερευνητές τα μυστικά τους, είναι οι οφθαλμαπάτες που πολλοί από αυτούς έχουν επινοήσει και, ακόμη περισσότερο, οι «γνωσιακές απάτες» ή «γνωσιακές ψευδαισθήσεις» όπως τις ονομάζουν. Οι πρώτες ξεγελούν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το οπτικό μας σύστημα. Οι δεύτερες επιτελούν το πιο σημαντικό ίσως έργο – χειραγωγούν την προσοχή και τη μνήμη μας με τρόπο στον οποίο συχνά μας είναι αδύνατον να αντισταθούμε.

Οι μάγοι χρησιμοποιούν τον όρο «παραπλάνηση» όταν αναφέρονται στην προσπάθειά τους να αποσπάσουν την προσοχή των θεατών από μια συγκεκριμένη ενέργεια – όταν, όπως λένε στη «γλώσσα» τους, θέλουν να τους κάνουν να προσέχουν το «αποτέλεσμα» και όχι τη «μέθοδο» που ακολουθούν για να το επιτύχουν. Οπως μας εξηγεί η κυρία Μαρτίνεθ Κόντε, μελετώντας τις πρακτικές τους οι επιστήμονες έχουν διακρίνει δύο είδη αυτής της παραπλάνησης. Η «απροκάλυπτη παραπλάνηση» είναι αυτή στην οποία o μάγος αποσπά το βλέμμα του κοινού από την κίνηση που θέλει να κρύψει, οδηγώντας το κάπου αλλού – είτε δημιουργώντας έναν αντιπερισπασμό, όπως τα λευκά περιστέρια που πετάνε μέσα από ένα καπέλο ή ένας συνεργάτης που εμφανίζεται ξαφνικά στη σκηνή, είτε απλώς ζητώντας από τους θεατές να κοιτάξουν ένα συγκεκριμένο αντικείμενο.

Η «συγκεκαλυμμένη παραπλάνηση» είναι πιο περίτεχνη και θεωρείται από τους μάγους πολύ πιο «κομψή». Εδώ δεν αποσπάται το βλέμμα: ο θεατής μπορεί να κοιτάζει τη «μέθοδο», όμως δεν τη βλέπει πραγματικά, είναι σαν να είναι «τυφλός» απέναντί της επειδή αυτή διαφεύγει της προσοχής του. Η επιστήμη έχει εντοπίσει και έχει αρχίσει να μελετά τρεις τέτοιου είδους «τυφλώσεις» της προσοχής και της μνήμης μας: την τύφλωση της αλλαγής, την τύφλωση της προσοχής και την τύφλωση της επιλογής. Η τελευταία μάλιστα αποδείχθηκε με ένα πείραμα εμπνευσμένο από τα μαγικά «κόλπα» (βλ. «Ο αόρατος γορίλας»).

«Επίσης» συμπληρώνει η νευροεπιστήμονας «χρησιμοποιούν πολύ έξυπνα αυτό που ονομάζουμε “κοινή προσοχή”, την τάση μας να προσέχουμε ό,τι προσέχουν οι άλλοι». Για παράδειγμα, εξηγεί, όταν ένας μάγος θέλει να κάνει τους θεατές να έχουν το βλέμμα καρφωμένο επάνω του και πουθενά αλλού, κοιτάζει κατά πρόσωπο το κοινό. Αν θέλει να μην τον κοιτάζουν, τότε προσποιείται ότι ο ίδιος κοιτάζει με έντονο ενδιαφέρον κάποιο σημείο ή κάποιο αντικείμενο. «Το κοινό τείνει να κάνει το ίδιο» λέει η ερευνήτρια.

Μετά την προσοχή η μνήμη είναι ίσως η δεύτερη κατά σειρά γνωσιακή λειτουργία που οι μάγοι προσπαθούν να παραπλανήσουν με κάθε τρόπο. Οχι μόνο για να επιτύχουν τα τρυκ τους αλλά και επειδή έτσι εμποδίζουν το κοινό, όταν αργότερα προσπαθήσει να ανασυνθέσει τα όσα έγιναν επί σκηνής, να εντοπίσει τη «μέθοδο». «Ο τρόπος με τον  οποίο οι μάγοι χειραγωγούν τη μνήμη μάς έχει εντυπωσιάσει ιδιαίτερα» λέει η ειδικός. Οπως εξηγεί, οι βασικές στρατηγικές που ακολουθούν είναι δύο. Κατ’ αρχήν κατά τη διάρκεια της παράστασης φροντίζουν η προσοχή να μη στρέφεται προς τα κρίσιμα σημεία που αργότερα θα επιτρέψουν την ανασύνθεση των γεγονότων. «Αν δεν αντιληφθείς κάτι, δεν μπορείς φυσικά και να το θυμάσαι» επισημαίνει.

«Δεν σταματούν όμως εδώ» προσθέτει. «Βασίζονται επίσης στη δημιουργία ψευδών αναμνήσεων. Για παράδειγμα, πολύ συχνά, όταν έχουν καλέσει κάποιον θεατή στη σκηνή, συνηθίζουν να του μιλάνε ανακεφαλαιώνοντας, σαν να υπενθυμίζουν τι έχουν κάνει ως εκείνη τη στιγμή. Η περιγραφή αυτή όμως δεν είναι ακριβής».

Οπως εξηγεί, υπάρχουν σε αυτήν κάποιες διαφοροποιήσεις, ακριβώς τόσες ώστε να μην υποψιάσουν το κοινό αλλά κρίσιμες ώστε να το επηρεάσουν. Αργότερα, όταν ο θεατής θα προσπαθήσει να κάνει την ανασύνθεση, δεν θα θυμάται τι έγινε πραγματικά: θα θυμάται αυτά που είπε ο μάγος. «Ετσι, με τις δύο αυτές στρατηγικές, δεν υπάρχουν μόνο κομμάτια που λείπουν από το παζλ αλλά και κομμάτια που δεν ταιριάζουν» λέει.

Ενα άλλο, επίσης ισχυρό, εργαλείο γνωσιακής ψευδαίσθησης είναι ο λεγόμενος «απατηλός συσχετισμός». Η ψευδαίσθηση αυτή εκμεταλλεύεται την τάση μας να ακολουθούμε την αρχή του αιτίου και του αιτιατού. Οταν το γεγονός Β έπεται του γεγονότος Α, θεωρούμε ότι το Α προκάλεσε το Β. Οι μάγοι φροντίζουν με ιδιαίτερη τέχνη το γεγονός Α που θα προηγηθεί να μην έχει καμία σχέση με την «αιτία» του γεγονότος Β. Χύνουν για παράδειγμα, χωρίς λόγο, νερό σε ένα μπαλάκι προτού το εξαφανίσουν: αν και το νερό δεν έχει καμία σχέση με την «εξαφάνιση», ο θεατής συσχετίζει εσφαλμένα τα δύο γεγονότα στο μυαλό του. Η «μαγική» αυτή τεχνική χρησιμοποιήθηκε πριν από μερικά χρόνια από νευροεπιστήμονες στη Βρετανία για τον εντοπισμό περιοχών του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ερμηνεία των αιτιωδών σχέσεων: τα πειράματα έδειξαν ότι ένα κέντρο της βρίσκεται μάλλον στον πρόσθιο φλοιό του προσαγωγίου.

Η τελευταία ανακάλυψη της Σουσάνα Μαρτίνεθ Κόντε και του Στίβεν Μάκνικ, η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα στην επιθεώρηση «Frontiers of Human Neuroscience», έγινε με τη βοήθεια του Απόλο Ρόμπινς, γνωστού ταχυδακτυλουργού-πορτοφολά ο οποίος συνεργάζεται μαζί τους. «Ο Απόλο μάς είπε ότι είχε την εντύπωση, όταν προσπαθούσε για παράδειγμα να πάρει κάτι από την τσέπη κάποιου, πως έπαιζε ρόλο αν η κίνηση του χεριού του ήταν ευθεία ή καμπύλη» εξηγεί. «Μας είπε ότι πίστευε πως όταν η κίνηση ήταν καμπύλη το κοινό εστίαζε περισσότερο στην πορεία της κίνησης ενώ όταν ήταν ευθεία εστίαζε περισσότερο στην αρχή και στο τέλος της».

Για να το ελέγξουν στο εργαστήριο, ο κ. Ρόμπινς εκτέλεσε ένα τρυκ στο οποίο εξαφάνιζε ένα νόμισμα με τους δύο τρόπους – με καμπύλη και ευθεία κίνηση –, ενώ οι ερευνητές κατέγραφαν τις κινήσεις των ματιών των εθελοντών που παρακολουθούσαν. «Διαπιστώσαμε ότι ο Απόλο είχε δίκιο» λέει η ερευνήτρια. «Οταν η κίνηση ήταν καμπύλη, οι θεατές ακολουθούσαν το χέρι που κινούνταν και δεν κοίταζαν το άλλο χέρι, στο οποίο και κρυβόταν το νόμισμα που υποτίθεται ότι είχε εξαφανιστεί. Αντίθετα, όταν η κίνηση ήταν ευθεία, το βλέμμα τους πήγαινε συνεχώς από το ένα χέρι στο άλλο». (Δείτε τη σχετική μελέτη και τα βίντεο με τις κινήσεις των ματιών των εθελοντών στο http://www.frontiersin.org/human%20neuroscience/10.3389/fnhum.2011.00133/abstract.)

Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι οι δύο τύποι κινήσεων ενεργοποιούν δύο διαφορετικούς μηχανισμούς του οφθαλμικού κινητικού συστήματος – η καμπύλη ενεργοποιεί τη λεγόμενη κίνηση ομαλής παρακολούθησης των ματιών, την οποία χρησιμοποιούμε όταν παρακολουθούμε ένα αντικείμενο που κινείται, ενώ η ευθεία προκαλεί σακκαδικές κινήσεις των ματιών, τις οποίες χρησιμοποιούμε όταν πηγαίνουμε από ένα σημείο ενδιαφέροντος σε ένα άλλο. «Η ανακάλυψη αυτή σχετικά με το πώς οι κινήσεις επηρεάζουν την προσοχή μέσω του οφθαλμικού κινητικού συστήματος μπορεί να έχει σημαντικές εφαρμογές σε πολλούς τομείς, από τα σπορ και τις στρατιωτικές τακτικές ως το μάρκετινγκ» καταλήγει η κυρία Μαρτίνεθ Κόντε. Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα, διαβάστε το βιβλίο «Sleight of Hand» (http://www.sleightsofmind.com) που έχουν γράψει οι δύο ερευνητές.


tovimascience.gr