Με μία ανάρτησή του στην ιστοσελίδα www.aixmi.gr, ο Γιώργος Νταλάρας δίνει -όπως είχε κάνει και αμέσως μετά την πρώτη επίθεση εναντίον του, στο Ίλιον- την απάντησή του για τα επεισόδια των τελευταίων ημερών στις συναυλίες του.

Ανεξάρτητα του πόσο αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι, ψύχραιμοι ή μη είμαστε, είναι σημαντικό να αποδεχτούμε ότι οι οξυμένες αντιθέσεις που δεν εκφράζονται με πολιτικό λόγο και πολιτικές θέσεις, οδηγούν σε μια στείρα πόλωση σε όλα τα επίπεδα, που αποφέρει ακόμα μεγαλύτερο πλήγμα στην ήδη κλονισμένη κοινωνική συνοχή.

Η απόγνωση που φέρνουν τα κοινωνικά ελλείμματα, η ανεργία, η παντελής έλλειψη ανάπτυξης, η ανάγκη της εξυγίανσης του κράτους, η αδυναμία απονομής δικαιοσύνης και τιμωρίας των υπαιτίων, που έχουν την ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση, η περιθωριοποίηση της νέας γενιάς, όλα αυτά δεν απαντιούνται, ούτε με καταφυγή στην πόλωση και στη βαρβαρότητα σε όλα τα επίπεδα, ούτε με την άγαρμπη μεθόδευση – κατά την πιο επιεική κριτική – του κλείνουμε το στόμα σε όποιον λέει ή πράττει κάτι που δεν μας αρέσει.

Είμαστε όλοι ανοιχτοί στην κρίση όλων. Η δύναμή μας και οι τίτλοι μας αντλούνται μόνο απ’ τις επιλογές των πολιτών. Δεν είμαστε κατ’ απονομήν πρίγκιπες.

Πολιτικοί, καλλιτέχνες, δημόσια πρόσωπα αντλούμε το ρόλο και την ισχύ, που ο καθένας απολαμβάνει από την επιλογή των πολιτών. Είτε αυτή η επιλογή αφορά τη δημοκρατική επιλογή της ψήφου για τους πολιτικούς είτε αντανακλά απλά την όποια αποδοχή λόγω δημοφιλίας και πορείας για τα όλα τ’ άλλα πρόσωπα. Ο ρόλος αυτός, όμως, δημιουργεί σε όλους μας μια μεγαλύτερη πολιτική ευθύνη.

Δεν είμαι ρήτορας για να προσπαθήσω να επιβάλω την αποδοχή των απόψεων μου, ούτε και διεκδίκησα ποτέ ενεργητικό πολιτικό ρόλο πέραν αυτού, που η ενασχόληση μου με την μουσική καθόρισε στο συνολικό αφήγημα της πορείας μου. Αφήγημα που στηρίζεται στο υλικό των δημιουργών που με εμπιστεύθηκαν και το οποίο ενισχύω με τη δική μου τέχνη. Και το μουσικό αφήγημα αυτό, που συμπληρώνεται από τον επαγγελματισμό των μουσικών και των τεχνικών, επιλέγεται από τους ακροατές μας. Οι οποίοι, όμως, διαμορφώνουν την αυτόνομη, αλλά και τη συλλογική σκέψη τους σε σχέση με αυτό που παρακολουθούν, μέσα από αντιφατικά, αντικρουόμενα και πολλά άλλα κοινωνικά ερεθίσματα.

Τα τραγούδια μου, ό,τι ερμηνεύω, ό,τι επιλέγω, δεν είναι απλά μόνο το επάγγελμά μου. Ο τρόπος που δημοσιοποιώ τη δουλειά μου ταυτίζεται απόλυτα με τις επιλογές μου. Με το πότε, πού και για ποιο σκοπό τραγουδάω. Δεν είμαι καθόλου της άποψης, ότι γενικά ο τραγουδιστής τραγουδάει και από δω και από εκεί, κατά την περίσταση. Επίσης, δεν είμαι της άποψης ότι καλός τραγουδιστής, είναι ο μουγγός τραγουδιστής. Γι’ αυτό, η δουλειά μου συνδέεται πάντα με την προσωπική μου ελεύθερη κρίση, τη σηματοδοτεί και σηματοδοτείται από αυτήν.

Οι συναυλίες μας είχαν και έχουν ένα μόνο στόχο, εκ μέρους των συμμετεχόντων καλλιτεχνών: να παίξουμε μουσική στις γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά με ελεύθερη είσοδο, συνεχίζοντας το διαχρονικό αφήγημα που περιγράφω παραπάνω. Ποτέ δεν σκεφτήκαμε ότι θα βρεθούμε αντιμέτωποι μ’ ένα φαινόμενο θηριωδίας και αναζήτησης ηθικότητας σ’ αυτό που κάνουμε. Αντιμετωπίσαμε, αρκετά πριν την έναρξη των συναυλιών, μια δημαγωγία που υποδαύλισε την ψυχολογία της αντίδρασης και τη μετέτρεψε σε ψυχολογία του όχλου.

Οι συναυλίες μας μετατράπηκαν σε πεδίο αντιπαράθεσης για την «εκδίκαση» της κρίσης που αντιμετωπίζει η χώρα, από το σώμα των «ενόρκων» θεατών των ΜΜΕ, υπό την χειραγώγηση «διαπρεπών υπερασπιστών». Και όλα αυτά με την αρχή της αντίδρασης «δυναμικών» μειοψηφιών σε βάρος της μεγάλης πλειοψηφίας των ακροατών. Μια μικρογραφία της σύγχρονης ελληνικής μας περιπέτειας, όπου έχει χαθεί κάθε έννοια μέτρου, με την καλλιέργεια της πλήρους ασυνειδησίας. Μια κατάσταση που αδικεί αυτούς που προκαλούν την αντίδραση βίας, αλλά και αυτούς που γίνονται θύματα της. Το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπεί η ελεύθερη έκφραση σε «δημοκρατική»τρομοκρατία.

Σταθήκαμε όλοι, τραγουδιστές και μουσικοί, στις συναυλίες με αίσθημα ευθύνης χωρίς να εγκαταλείπουμε τη θέση μας επί σκηνής, απέναντι στα φαινόμενα αυτά. Η αλλοίωση, όμως, του πνεύματος και του χαρακτήρα των συναυλιών, η τυφλή βία και η προσπάθεια μετατροπής τους σε οιονεί «λαϊκό δικαστήριο», με την κατασκευή και τιμωρία «ενόχων», ήταν πέρα από το αναμενόμενο.

Είμαι από παιδί στο δρόμο και έχω ζήσει πολλές προβοκάτσιες και πολώσεις. Ήμουν έτοιμος ν’ αντιμετωπίσω οποιοδήποτε πόλεμο φθοράς. Δεν μπορώ να δεχτώ ούτε και να συμβάλλω στην χουλιγκανοποίηση των συναυλιών που θα οδηγήσει σε ένα καλλιτεχνικό σκοταδισμό την κοινωνία μας.

Είναι αδιανόητο σε μια περίοδο που χαρακτηριστικό της είναι η παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, ν’ αφήσουμε να διαχυθεί αυτή η νοοτροπία στο χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας και έκφρασης. Τότε είναι σαφές, ότι εκτός των άλλων, κάποιοι επιτήδειοι κρυπτόμενοι πίσω από τη μάσκα της αγανάκτησης και της λοιδορίας κατά πάντων, θα μπορούν να εξαπολύουν κάθε είδους προγραφή, χυδαία επίθεση, ακόμα και βία, επειδή έχουν προηγούμενα, εμμονές, ή ακόμη και ίδια συμφέροντα.

Αντιμετωπίζουμε, όμως, και στο χώρο της πολιτικής μια πραγματικότητα, ένα πρωτοφανές φαινόμενο για την χώρα μας που την οδηγεί σε μια ακόμα επικίνδυνη πολιτική στρέβλωση.

Αντιμετωπίζουμε την υποταγή ενός αδύναμου πολιτικού προσωπικού, στην γραφειοκρατικού τύπου επίλυση της κρίσης, όπως αυτή καθοδηγείται – λόγω της αδυναμίας μας και με δική μας συνευθύνη – από κέντρα εκτός της χώρας. Βαφτίζουμε, δε, το πολιτικό αυτό φαινόμενο «διακυβέρνηση ευθύνης» και «συγκυβέρνησης» των κομμάτων εξουσίας. Πέρα από τις προφανείς και μεγάλες ευθύνες των κυβερνήσεων των τελευταίων χρόνων, η ανυπαρξία διακριτής Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, όμως, που ουσιαστικά είναι κι αυτό αποτέλεσμα της πολιτικής μας αυτής παθογένειας, διαλύει τη μορφή του πολιτεύματος μας. Διαχρονικά η διγλωσσία και το έλλειμμα αντιπολιτευτικού λόγου με σαφή και τεκμηριωμένη πρόταση διακυβέρνησης έχει δημιουργήσει ένα πολιτικό κενό στην κοινοβουλευτική μας πραγματικότητα. Κενό που αποτελεί την κινητήριο δύναμη των εξελίξεων, που βλέπουμε εντός και εκτός Βουλής. Ο κατακερματισμός του πολιτικού σκηνικού σε μικρές «επιτροπές» ετερογενών συμφερόντων και πολιτικών, αποδυναμώνει την συνεκτικότητα της κοινωνίας μας, διχάζοντας τους πολίτες σε μια νέου τύπου ισορροπία των καλών και των κακών.


Ας αναρωτηθούμε για τα φαινόμενα αυτά της αντίδρασης στις συναυλίες που παραπέμπουν στην αγωνιστική διάθεση των κοινωνιών μας, όταν αυτές βρίσκονται σε διωγμό. Ας αναρωτηθούμε κατά πόσο οι λύσεις που επικαλούνται στη μέθη της θηριωδίας με την οποία αναπτύσσονται, μπορεί να οδηγούν σε μια νέα μεταμφιεσμένη μοναρχία ή νεοφεουδαρχία. Σε μια κοινωνία της μοναδικής άποψης, αυτού που μπορεί να την επιβάλλει. Σε μια πολιτική και κοινοβουλευτική απεικόνιση αυτής της ανεξέλεγκτης και ασυνείδητης κατάστασης. Σε μια Δημοκρατία της στατιστικής και όχι της κοινωνικής αντιπροσώπευσης των πολιτών. Σε μια πολιτεία της χειραφέτησης, μέσω χειραγώγησης «αριστερών ιδεοληψιών» που ταυτίζονται με «ακροδεξιές ευαισθησίες», χωρίς την ισχύ πραγματικού πολιτικού λόγου, αλλά με προτάσεις που ερεθίζουν τη φαντασία των πολιτών και όχι το θυμικό τους.


Ας αναλογιστούμε όλοι την ευθύνη του όποιου τίτλου που μας έχει αποδοθεί από τους πολίτες, ο καθένας από το δικό του πόστο, για τον τρόπο με τον οποίο θα τους ενεργοποιήσουμε μέσα από πολιτικές ιδέες για έξοδο από την κατάσταση διωγμού που βρίσκονται. Το κατεστημένο, βλέπετε, δεν είναι κάτι που δεν μας αφορά. Και το κατεστημένο της ασυδοσίας, του συμψηφισμού ευθυνών, της ανεπάρκειας και της ανυποληψίας που η χώρα αναδύει στη διεθνή της εικόνα, αντικατοπτρίζει όλους εμάς, που με συμπεριφορές σαν αυτές που εμφανίστηκαν στις συναυλίες, προπηλακίζουμε και προπηλακιζόμαστε στην Ευρώπη. Με την συμμετοχή μας ή με την αδράνεια μας.


Βιώνουμε μια ιστορική στιγμή και το τέλος ενός πολιτισμικού παραδείγματος. Η αναγκαιότητα για νέες ιδέες και βαθιές τομές σε όλα τα επίπεδα καθημερινά αναδεικνύεται ως μονόδρομος. Δε βλέπω να υπάρχει κάποιο «Ευφυές Σχέδιο» από το οποίο θα αναδειχθεί ο νέος Πολιτισμός. Η ποιότητα της δικής μας πορείας, του καθενός ξεχωριστά, και η αντίσταση στο χάος και την αναρχία που η μεταβατική περίοδος τρέφει, είναι η μόνη απάντηση στην υποταγή, το μπάχαλο και το τίποτα. Η εκ των υστέρων μεταμέλεια ή αυτοκριτική πάνω στα ερείπια, είναι ένα έργο πουδε θέλουμε να ξαναδούμε.