Το φακελάκι στην Ελλάδα καλά κρατεί έστω και είναι «ελαφρύτερο», λόγω κρίσης, διαπιστώνει η Διεθνής Διαφάνεια. Η πρωτοκαθεδρία στα νοσοκομεία, τις εφορίες και τις πολεοδομίες. Ακτίνα φωτός για πρώτη φορά αποτελεί η αλλαγή στη στάση των πολιτών, οι οποίοι αρνούνται όλο και πιο συχνά λέει «όχι».

Σύμφωνα με τον χάρτη της διαφθοράς, το 10,8% των Ελλήνων, με την μερίδα του λέοντος στο Λεκανοπέδιο, έχει πέσει και φέτος θύμα διαφθοράς, το 7,4% (7,2%, το 2010) στο Δημόσιο και το 3,4% (4%, το 2010) στον ιδιωτικό τομέα.

Το συνολικό τίμημα της διαφθοράς έφτασε τα 554 εκατ. ευρώ το 2011, έναντι 632 εκατ. ευρώ το 2010. Ο μέσος όρος κινείται στα 1.406 ευρώ (1.623 ευρώ, το 2010).

Τα δημόσια νοσοκομεία «χτυπούν κόκκινο» στον τιμοκατάλογο της διαφθοράς, καθώς το φακελάκι κυμαίνεται από 100 μέχρι 30.000 ευρώ για επέμβαση και από 30 έως 20.000 ευρώ για «γρηγορόσημο».

Ακολουθούν οι εφορίες, με το κλείσιμο ή τον έλεγχο των βιβλίων να «χρεώνεται» από 100 έως 20.000 ευρώ και την έκδοση δικαιολογητικών από 15 έως 1.000 ευρώ.

Ενώ μια γερή δόση έχουν και οι πολεοδομίες, με την οικοδομική άδεια να κυμαίνεται από 200 έως 8.000 ευρώ και τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων από 200 έως 5.000 ευρώ.

«Φθηνότερος» ο ιδιωτικός τομέας, με την επέμβαση στα νοσοκομεία να κυμαίνεται από 150 έως 7.000 ευρώ και τις ιατρικές εξετάσεις από 30 έως 500 ευρώ, ενώ ένας έλεγχος ΚΤΕΟ κοστίζει επιπλέον από 20 έως 100 ευρώ και ένα δίπλωμα οδήγησης από 40 έως 500 ευρώ.

Ποιοι, όμως, είναι τα θύματα της μικροδιαφθοράς; Άνδρες, ηλικίας 45-54 ετών, από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, μορφωτικά και κοινωνικά συνθέτουν την πλειοψηφία των ανθρώπων που υποκύπτουν στην «τακτική» του «λαδώματος», χωρίς, ωστόσο, να είναι σαφές με ποιας από τις δύο πλευρές της συνδιαλλαγής υποκίνηση.

Άξιο λόγου, όμως, είναι η ανάδυση της άρνησης στο φακελάκι, για πρώτη φορά, στα ελληνικά χρονικά.

Όπως προέκυψε από την έρευνα, το 25% των ερωτηθέντων στον δημόσιο τομέα και το 21% στον ιδιωτικό αρνήθηκε να πληρώσει φακελάκι. Το ίδιο πρωτοεμφανιζόμενη είναι και η αντίληψη των πολιτών ότι η μη έκδοση απόδειξης συνιστά πράξη διαφθοράς, η οποία δεν συνυπολογίστηκε στην παρούσα έρευνα.

Όσο για το μέλλον του φαινομένου, όπως επισήμανε ο κ. Μαυρής, προκύπτει ένας «δυϊσμός» στους Έλληνες: πολλοί είναι αισιόδοξοι ότι η Ελλάδα μπορεί να ξεφύγει από τη διαφθορά, αλλά και σχεδόν άλλοι τόσοι δεν ελπίζουν σε τέτοια αλλαγή.

Η ευαισθητοποίηση, αρχικά και η κινητοποίηση σε δεύτερο βήμα, όπως είπε ο κ. Μπακούρης, είναι ιδιαίτερης σημασίας, για αυτό και η Διεθνής Διαφάνεια Ελλάδος εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση.

Με έρευνες, όπως αυτή, που συνιστούν εργαλείο το οποίο μπορεί να συμβάλει στην καταπολέμηση του φαινομένου και να γίνει μοχλός πίεσης προς την πολιτεία, για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις αλλά και δράσεις για την ενθάρρυνση των πολιτών να καταγγέλλουν τη διαφθορά, ώστε από συνένοχοι, να γίνουν πολέμιοί της.