Ίχνη φωτιάς που βρέθηκαν στη Νότια Αφρική, δείχνουν ότι οι πρόγονοί μας πιθανώς χρησιμοποιούσαν φωτιά για να ζεσταθούν και να μαγειρεύουν ήδη πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια, δηλαδή περίπου 300.000 χρόνια νωρίτερα από ό,τι πίστευαν ως τώρα οι επιστήμονες.

Μία διεθνής ομάδα ερευνητών δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS), σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο, το "Science" και το "Nature". Οι επιστήμονες ανακάλυψαν μικροσκοπικά καλοδιατηρημένα ίχνη στάχτης μήκους λίγων χιλιοστών έως λίγων εκατοστών, από κλαδιά, φύλλα και χόρτα, μαζί με οστά ζώων και λίθινα εργαλεία, στο μεγάλο σπήλαιο Γουόντεργουερκ, στην άκρη της ερήμου Καλαχάρι, σε ένα γεωλογικό στρώμα ηλικίας περίπου ενός εκατ. ετών και σε βάθος 30 μέτρων από την είσοδο του σπηλαίου, γεγονός που καθιστά μάλλον απίθανα τα φυσικά αίτια της φωτιάς, όπως μετέδωσε το ΑΠΕ.

Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι πολύ πριν τον Homo Sapiens, o Homo Erectus (που εμφανίστηκε πριν από 1,9 εκατ. χρόνια και θεωρείται ο πιθανότερος κάτοικος του νοτιοαφρικανικού σπηλαίου) χρησιμοποιούσε τη φωτιά στην καθημερινή ζωή του. Ο έλεγχος της φωτιάς από τον άνθρωπο υπήρξε μείζον γεγονός και ορόσημο στην εξέλιξή του, γιατί τόσο το μαγείρεμα της τροφής του, όσο και η κοινωνική συναναστροφή γύρω από τη φωτιά, άνοιξαν νέους δρόμους στον εγκέφαλό του και στον πολιτισμό του.

Επί εκατομμύρια χρόνια οι πρόγονοι των ανθρώπων στην Αφρική έτρωγαν ωμό κρέας και ωμά φυτά, κρύωναν πολύ ιδίως το χειμώνα, ενώ έπρεπε να κοιμούνται στο σκοτάδι υπό το φόβο της επιδρομής των άγριων ζώων. Όλα αυτά άλλαξαν με την χειραγώγηση της φωτιάς. Σύμφωνα με καθηγητή βιολογικής ανθρωπολογίας του πανεπιστημίου Χάρβαρντ, το μαγείρεμα των τροφών ήταν αυτό που οριστικά διαχώρισε την εξέλιξη των ανθρώπων από εκείνη των γοριλών και των χιμπατζήδων. Οι άνθρωποι μπορούσαν να χωνεύουν πιο εύκολα την τροφή τους και να τροφοδοτούν με μεγαλύτερες ποσότητες ενέργειας τον ενεργοβόρο εγκέφαλό τους, ο οποίος μεγάλωσε σταδιακά και έτσι άρχισε να κάνει διαδοχικά άλματα προόδου.

Τα αρχαία ίχνη φωτιάς έχουν κατά καιρούς δημιουργήσει αντιμαχίες μεταξύ των επιστημόνων, επειδή έχει αποδειχτεί δύσκολο να διακρίνουν ανάμεσα στις φωτιές που είχαν ξεσπάσει με φυσικό τρόπο (π.χ. λόγω πτώσης κεραυνού), από αυτές που είχαν ανάψει οι ίδιοι οι άνθρωποι. Έως τώρα τα αρχαιότερα ίχνη φωτιάς είχαν εντοπιστεί στο Ισραήλ και χρονολογούνται πριν από 790.000 χρόνια περίπου, όμως η συγκεκριμένη τοποθεσία είναι εκτεθειμένη (όχι σπήλαιο) κι έτσι η φωτιά μπορεί να είχε φυσική προέλευση. Οι αρχαιότερες -ευρέως αποδεκτές από τους επιστήμονες- ενδείξεις για φωτιά που χρησιμοποιήθηκε σε μαγείρεμα, χρονολογούνται πριν από 400.000 χρόνια.

Αυτήν τη φορά οι ερευνητές αξιοποίησαν τις πιο σύγχρονες μεθόδους ανάλυσης των απομειναριών της φωτιάς και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όντως υπήρξε ανθρώπινο δημιούργημα ήδη πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια, κάτι που ως τώρα εθεωρείτο αδύνατο. Αν και τα νέα ευρήματα στηρίζουν τη θεωρία του Ράγκαμ για την κρίσιμη εξελικτική σημασία της φωτιάς και του μαγειρέματος, και αυτή φορά υπάρχουν αμφισβητήσεις για αυτό τον ισχυρισμό από άλλους σκεπτικιστές επιστήμονες, οι οποίοι ζητούν ήδη περισσότερες αποδείξεις. Κυρίως επιμένουν ότι πρέπει να βρεθούν εξίσου αρχαίες εστίες φωτιάς κατασκευασμένες από ανθρώπους (δεν έχουν ακόμα βρεθεί) και όχι απλώς στάχτες.

real.gr