Δυσοίωνη, με βάση τις κρατήσεις για το πρώτο τετράμηνο, προμηνύεται για το 2012 η κατάσταση για τον ελληνικό τουρισμό, σύμφωνα με έρευνα της GfK Travel Insights, ενώ σημειώνεται ότι ο ανταγωνισμός από γειτονικές χώρες και συγκεκριμένα από την Τουρκία και τις χώρες της Β. Αφρικής -οι οποίες φαίνεται ότι ξεπερνούν τις κοινωνικές αναταραχές της περυσινής χρονιάς- αποτελούν τους πιο σοβαρούς αλλά και ευδιάκριτους λόγους της μείωσης της τουριστικής προσέλευσης.

Για την ελληνική τουριστική αγορά, η οποία διαχρονικά παρουσιάζει τη θερινή ως τη μοναδική δυνατή της περίοδο, σε σχέση με άλλες γειτονικές ανταγωνίστριες χώρες της Μεσογείου, παρατηρείται ότι δύο από τις σημαντικότερες τουριστικές αγορές της Ευρώπης παρουσιάζουν σημαντική μείωση ως προς την επιλογή της Ελλάδας σαν τον τόπο προορισμού για τις καλοκαιρινές διακοπές τους (Γερμανία 5%, Ολλανδία 2,3%).

Αυτές οι χώρες αποτελούν τους κύριους τροφοδότες εισερχόμενου τουρισμού για την Ελλάδα και σημειώνουν σημαντική αύξηση στα κέρδη για τα πακέτα κρατήσεων διακοπών για τις χώρες της Μεσογείου. 

Ειδικότερα, τουλάχιστον 135.000 λιγότεροι Γερμανοί τουρίστες αναμένεται να επισκεφθούν τη χώρα μας το 2012, ενώ για τους Ολλανδούς ο αριθμός αυτός ανέρχεται σε 37.000 τουρίστες.

Σε ποσοστά οι αριθμοί αυτοί μεταφράζονται σε -27,4% για τα έσοδα από την Γερμανία και - 13,7% για τα έσοδα από Ολλανδία, συνυπολογιζόμενης και της μείωσης της μέσης τιμής του πακέτου.

Σημαντικός παράγοντας για τον ρυθμό κρατήσεων και αγοράς τουριστικών πακέτων με προορισμό την Ελλάδα, είναι και η αρνητική δημοσιότητα που έχει λάβει η χώρα μας από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης και που σχετίζονται με τις δυσχερείς οικονομικές συνθήκες, την αβεβαιότητα που επικρατεί σχετικά με την παραμονή της χώρας στο ευρώ, αλλά και την αστάθεια με τις υπάρχουσες πολιτικές συνθήκες και επιπρόσθετα τις φήμες που καλλιεργεί μερίδα του διεθνούς τύπου για ένα «αντι-γερμανικό» αίσθημα που διακατέχει τον ελληνικό λαό.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, κατά το in.gr, είναι η πτώση 6 ποσοστιαίων μονάδων στα κέρδη από τις κρατήσεις της Γερμανίας και 3,9 από την αγορά της Ολλανδίας, που έγιναν τον περασμένο Φεβρουάριο.