Αναστάτωση και εκδηλώσεις λατρείας προκάλεσε η είδηση για επιδείνωση της υγείας της θρυλικής «Εμμανουέλας» ύστερα από βαρύ εγκεφαλικό - Από πολύ μικρή γνώριζε τέσσερις ξένες γλώσσες, περνούσε δυο-δυο τις τάξεις στο σχολείο και είχε μετρηθεί με δείκτη ευφυΐας 164. Τελικά η αυτοβιογραφία της είχε τίτλο «Nue, nude, γυμνή», αφού στην προσωπική της ιστορία το μυαλό της ελάχιστα απασχόλησε, σε αντίθεση με το κορμί της, γύρω από το οποίο πλέχτηκε ο μύθος του απόλυτου συμβόλου σαρκικής απόλαυσης

είδηση για την επιδείνωση της υγείας της Σίλβια Κριστέλ στις αρχές της εβδομάδας έφερε ξανά στο προσκήνιο έναν μύθο που, σε πείσμα των νόμων της ζωής, παραμένει άφθαρτος.

Την ιστορία μιας θεάς του έρωτα που, αν και στηρίχτηκε σε γερές βάσεις, ξεκίνησε πάνω σε μια κουνιστή πολυθρόνα. Εκεί φωτογραφήθηκε για την αφίσα της πρώτης ταινίας με τον τίτλο «Εμμανουέλα» (και θέμα τη ζωή της Emmanuelle Arsen) το 1974: γυμνή από τη μέση και πάνω, με μαργαριτάρια στον λαιμό και άσπρη δαντέλα στη μακριά φούστα που είναι ανέμελα σηκωμένη, κάθεται με το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Οι κάλτσες φτάνουν μέχρι το γόνατο, το χέρι μένει μετέωρο κάτω απ’ το γυμνό στήθος, ενώ το βλέμμα κοιτά αθώα, ευθεία στην κάμερα.

 Μια επανάσταση έχει μόλις συντελεστεί. Οταν ήταν μικρή, στην Ουτρέχτη όπου μεγάλωσε, έβλεπε τη γιαγιά της να κρεμά σεντόνια στους καθρέφτες για να την αποτρέψει από τον θαυμασμό του ειδώλου της. Τελικά βρήκε τον δικό της τρόπο να καθρεφτιστεί σε εκατομμύρια μάτια ανά τον πλανήτη, που είδαν για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη μια ηρωίδα απελευθερωμένη, η οποία έδειχνε το κορμί της και δεν είχε αντίρρηση να το προσφέρει σε άντρες ή γυναίκες σε διάφορα μέρη (π.χ., σε άγνωστο στην τουαλέτα του αεροπλάνου). «Ποτέ δεν έδωσα τον εαυτό μου. Ούτε τον δάνεισα, ούτε τον χάρισα. Ηθελα απλώς να με κοιτάνε. Αυτό ήταν όλο», γράφει χαρακτηριστικά στην αυτοβιογραφία της. Στο πέρασμα των χρόνων, με σεμνούς υπολογισμούς, θεωρείται πως την κοίταξαν πάνω από 650 εκατομμύρια θεατές: να χαϊδεύεται, να γλείφει, να φιλά και να ξεγυμνώνεται με μια αθωότητα που σε προκαλούσε να ντραπείς για πιθανές σκέψεις σου.

Η «Εμμανουέλα» απενοχοποίησε το ελαφρύ πορνό και το έφερε από τις σκοτεινές αίθουσες σε κεντρικούς κινηματογράφους. Στα ρεκόρ της ταινίας είναι ότι παιζόταν για 13 συνεχόμενα χρόνια στο Champs Elysee. «Είχε γίνει κάτι σαν μνημείο. Εμπαιναν οι Ιάπωνες σε ένα λεωφορείο και τους πήγαιναν στον Πύργο του Αϊφελ, στην Αψίδα του Θριάμβου και στην “Εμμανουέλα”», έχει πει η Κριστέλ.

Η επιτυχία, τα ναρκωτικά και πάντα οι εραστές

Οταν αποφάσισε να παίξει στην ταινία ήταν 22 ετών και κόρη διαλυμένης οικογένειας, που είχε απωθημένο να εκδικηθεί τον μπαμπά που εγκατέλειψε γυναίκα και παιδιά για μια νέα σύντροφο. Εχοντας ήδη κερδίσει διαγωνισμούς ομορφιάς, πάσχιζε να αναδειχτεί στον κινηματογράφο υπό την ενθάρρυνση του κατά 27 χρόνια μεγαλύτερου αγαπημένου της Ούγκο Κλάους, με τον οποίο αργότερα έκανε έναν γιο.

Στην πρώτη συνέντευξη για τον ρόλο, έχοντας γνώση ότι θα της ζητηθεί να δείξει το σώμα της, φόρεσε ένα φόρεμα με τιράντες. «Ξεκίνησα να μιλάω για τον εαυτό μου και την πορεία μου. Κάποια στιγμή άφησα το φόρεμα να πέσει και συνέχισα να μιλάω. Δεν ξέρω αν με άκουγαν...».

Οπως έχει η ίδια παραδεχτεί, στο πέρασμα των χρόνων, η ομιλία δεν ήταν μέσα στις βασικές υποχρεώσεις της ως Εμμανουέλα. «Θυμάμαι σε μια ερωτική σκηνή, εκεί που έπρεπε να ασχοληθώ με τον σύντροφό μου, ξέχασα τα λόγια μου. Πήγα να διακόψω, αλλά ο σκηνοθέτης μου είπε: “Δεν πειράζει, πες ό,τι θες”. Το κορμί μου ήταν πιο ενδιαφέρον από τα λόγια μου».

Η ταύτισή της με τον ρόλο της αθώας και άβγαλτης συζύγου διπλωμάτη που ανακαλύπτει τις απολαύσεις του έρωτα -πότε με τον άντρα της, πότε με άλλους άντρες και γυναίκες, σε διάφορους συνδυασμούς, με φόντο εξωτικά τοπία (Ταϊλάνδη, Χονγκ Κονγκ, Σεϊχέλες)- στάθηκε απόλυτη. Η εικόνα της έγινε σύμβολο ερωτισμού και φαντασίωση, ενώ οι ουρές θεατών στα σινεμά έστελναν ηχηρό μάθημα στον μπαμπά και στη νέα του γυναίκα. Μόνο που ό,τι και να ακολουθούσε την «Εμμανουέλα» δεν μπορούσε παρά να ήταν μια νέα «Εμμανουέλα» - άντε μια λαίδη Τσάτερλι.

Αμέσως μετά τις δύο πρώτες ταινίες έκανε κάποιες καλές συνεργασίες (όπως με τους Ροζέ Βαντίμ και Κλοντ Σαμπρόλ), όμως πέρασαν απαρατήρητες. «Ενιωσα πληγωμένη. Εμφανίστηκα ντυμένη, αλλά τελικά ο κόσμος με ήθελε γυμνή. Ηθελε να διατηρήσει τη φαντασίωσή του και να με κρατήσει σε αυτήν, γυμνή, ιδανική και απαραίτητη». Κι ενώ ο μύθος εξαπλωνόταν (στο μέλλον η «Εμμανουέλα» έγινε μαύρη, κίτρινη, εξωγήινη ή και ζόμπι), η μόνη αυθεντική, έχοντας ολοκληρώσει προσωρινά με τον ρόλο (μετά το «Goodbye Emmanuelle» το 1977), είχε μετακομίσει στο Χόλιγουντ. Εκεί έκανε σειρά ταινιών («The fifth musketeer», «The concord airport 79», «The nude bomb», «Private school», «Private lessons») που δεν απογείωσαν ακριβώς την καριέρα της, αλλά της έδωσαν την ευκαιρία να μυηθεί σε λαμπερά πάρτι, να γνωρίσει εραστές όπως ο Γουόρεν Μπίτι, να περιφέρεται με γούνα και γυαλιά ηλίου τα βράδια και να ζήσει το μεγάλο πάθος στο πλευρό του Αγγλου ηθοποιού Ιαν ΜακΣέιν.

Στην αυτοβιογραφία της ό,τι καλό έχει να πει γι’ αυτόν αφορά τη μαγειρική του και τα πρωινά που της σέρβιρε μετά το σεξ στο κρεβάτι.

Το ειδύλλιό τους περιλαμβάνει πολύ αλκοόλ, κοκαΐνη, καβγάδες και σκηνές σε δημόσιους χώρους - χαρακτηριστικό είναι ότι πριν από κάποιο γκαλά τής είχε πετάξει το κουτί της σαμπάνιας στο κεφάλι, μη εγκρίνοντας το χτένισμά της. Η σχέση τους κράτησε περίπου τέσσερα χρόνια και έληξε όταν ύστερα από πτώση της στο σπίτι τους οδηγήθηκε στο νοσοκομείο, όπου απέβαλε. Ο Ιαν δεν πήγε να τη δει και οι δρόμοι τους χώρισαν οριστικά. Βρήκε παρηγοριά στον χωρισμό κάνοντας άλλη μια «Εμμανουέλα» (την 4η, στην οποία σύστησε τη διάδοχό της) και δύο γάμους.

Ο πρώτος διήρκεσε μόλις πέντε μήνες και ούτε η ίδια δεν θυμόταν να τον αναφέρει σε συνεντεύξεις της. Ο δεύτερος, με τον φωτογράφο και φιλόδοξο παραγωγό Φιλίπ Μπλο, κράτησε πέντε χρόνια, τα χρέη του όμως την ταλαιπώρησαν περισσότερο.

Επένδυσε στα φιλμ του και έχασε την περιουσία της τόσο γρήγορα -ό,τι απέμεινε από τη δαπανηρή περίοδο του Χόλιγουντ- όσο την απέκτησε. Υστερα από μερικές εμφανίσεις σε τηλεοπτικές εκδοχές της «Εμμανουέλας» απομακρύνθηκε από τις ταινίες και φάνηκε να βρίσκει τη γαλήνη σε μια άλλη ενασχόληση, τη ζωγραφική, και στο πλευρό ενός άλλου συντρόφου, του ραδιοφωνικού παραγωγού Φρεντ Ντε Βρι. Εζησαν μαζί αρμονικά για μια 12ετία - μέχρι τον θάνατό του από καρκίνο το 2004. Δύο χρόνια πριν είχε και η ίδια διαγνωστεί με καρκίνο στον λαιμό, τον οποίο πολεμούσε επιτυχώς για μία δεκαετία.

Τα τελευταία χρόνια τη βρήκαν σε νοικιασμένο διαμέρισμα πάνω από ένα καφέ στο Αμστερνταμ, να ζωγραφίζει και να κάνει μετρημένες συμμετοχές σε ταινίες. Εκοψε το τσιγάρο (που πρωτοδοκίμασε στα 11) και το ποτό (από παιδί έπινε κονιάκ ως χαλαρωτικό ρόφημα για να την πάρει ο ύπνος), έβλεπε σαπουνόπερες και κάθε Δευτέρα μαγείρευε για όλη την εβδομάδα. Η επιδείνωση της υγείας της θεωρήθηκε αποτέλεσμα της τελευταίας θεραπείας που κατέβαλε τον οργανισμό της.

Η είδηση ότι στα 59 της χρόνια το σύμβολο της ηδονής υπέστη βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο έκανε τον γύρο του κόσμου, προκαλώντας αναστάτωση και νέες εκδηλώσεις λατρείας για τη θρυλική «Εμμανουέλα». Την ώρα που η καρδιά έδινε τη μάχη της για ζωή μέσα στην Εντατική , ο μύθος που το κορμί δημιούργησε δεν κινδυνεύει, αλλά τραγουδιέται. «Melodie d’ amour, chante le coeur d’ Emmanuelle»...

 

protothema.gr