«Πρέπει να το αλλάξεις το όνοµά σου. Τι θα έλεγες για το “Γιάννης Χαρούλακας;”» έλεγε ο Νίκος Μαµαγκάκης το 2003 στον τότε 22χρονο Γιάννη Χαρούλη. Ευτυχώς, δεν τον άκουσε. ∆ιατήρησε το οικογενειακό και ασυνήθιστο για τα κρητικά δεδοµένα επίθετο. ∆εν θα ταίριαζε, άλλωστε, ένα τόσο βροντερό, σχεδόν βλοσυρό, επίθετο σε αυτόν τον γλυκύτατο άνθρωπο.

Τον απροσποίητο και αυθεντικό µουσικό ο οποίος στην πρόσφατη συναυλία του στην Τεχνόπολη των Αθηνών έκανε το, πιστό πλέον, κοινό του να παραληρεί. Και τους 2.500 (!) που βρίσκονταν απέξω να φουρκίζονται επειδή δεν κατάφεραν να αποκτήσουν εγκαίρως το µαγικό εισιτήριο για να τραγουδήσουν µαζί του τον «Χειµωνανθό» και το «Ελα πάρε µε».

Το «Χαρούλης» εµπεριέχει, χωρίς να υποβαθµίζει, όλη την ουσία του σπουδαίου αυτού µουσικού και µειλίχιου ανθρώπου, ο οποίος επιµένει ότι στάθηκε «τυχερός» στην ολοένα ανοδική µουσική καριέρα του. Κατά τύχη τον άκουσε ο Χρήστος Θηβαίος το 2000. «Επαιζε µε δικούς µου ανθρώπους σε µια παρέα στην παραλία ένα βράδυ. Βρεθήκαµε και αναπτύχθηκε µεταξύ µας ένα δέσιµο» διηγείται.

Από «τύχη», λοιπόν, τον κάλεσε να τραγουδήσει µαζί του στον Λυκαβηττό σε ένα αφιέρωµα για τον Νίκο Ξυλούρη, δεδοµένου ότι είχε βρει τον ιδανικό ερµηνευτή των τραγουδιών του αείµνηστου µουσικού. Ο νεαρός «µε τη φωνή σαν του Ξυλούρη» κατέκτησε το κοινό, αλλά και την ελίτ των µουσικών του έντεχνου τραγουδιού.

Από τον Μιχάλη Νικολούδη και τον Μάνο Ξυδού ως τον Σταύρο Ξαρχάκο και την τελευταία συνεργασία του, στον τρίτο δίσκο του, µε τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, «αυτόν τον ποιητή και γενναιόδωρο άνθρωπο που αγαπά την ελευθερία», όπως µιλάει για αυτόν τρυφερά. Ή τη µελλοντική, µε τον «µεγάλο δάσκαλο», που είναι ο Νίκος Μαµαγκάκης.

Μεγάλη ευθύνη η εµπιστοσύνη, αλλά και η σύγκριση µε τον Ξυλούρη. «Με τιµά πάντα, αλλά δεν µπορώ να συγκριθώ µε έναν άνθρωπο που έχει παραδώσει τόσο πολλά πράγµατα και έχει αφήσει τέτοιο στίγµα. Οχι µόνο µουσικής, αλλά και ήθους. ∆εν υπάρχει λόγος. Αντιλαµβάνοµαι, βέβαια, ότι η πρώτη κρίση που θα κάνει ο κόσµος είναι σε σχέση µε κάτι που γνωρίζει από παλιά και ότι αυτό είναι θέµα ασφάλειας».

Ο αυτοδίδακτος µουσικός, που γεννήθηκε πριν από 31 χρόνια στο χωριό Εξω Λακώνια του Αγίου Νικολάου, µεγάλωσε πλαισιωµένος από την κρητική παράδοση, «σε ένα σπίτι που ακούγαµε όλη µέρα λύρες», και άρχισε να παίζει µαντολίνο και λαούτο από µικρός. Οταν οι συνοµήλικοί του στο σχολείο άκουγαν «τα ξένα», εκείνος άκουγε τα «παραδοσιακά». Τώρα που όλοι ανοίγουν τις αγκάλες τους στην παράδοση, εκείνος διευρύνει τα ακούσµατά του: «Ακούω κλασική µουσική µε κλειστά παράθυρα στο αυτοκίνητο και είναι σαν να βλέπω την πόλη µε το κατάλληλο σάουντρακ. Μου αρέσει πολύ η µουσική µπαρόκ. Στο σπίτι ακούω τζαζ» λέει µε φόντο τα έγχορδα όργανά του και µε πρώτο και καλύτερο ένα επιβλητικό τσέλο.

Οση ώρα µιλάει, µου φέρνει στο µυαλό ανθρώπους µε ήθος παλιό, αγνό, ανθρώπους που – όσο και αν ακούγεται κλισέ – έχουν έρθει σε επαφή µε τη φύση. ∆ιότι για τον Χαρούλη, η αγαπηµένη του Κρήτη είναι αυτή που τα «φταίει» όλα, ακόµη και για την ιδιαίτερη σχέση που έχει µε το κοινό του. Την περιγράφει ως εξής: «Είναι σαν να δηµιουργείς ένα σπίτι, µια εστία.

Αυτός που θα έρθει να δει τι έχεις φτιάξει, θα έρθει να καθήσει και µετά θα αρχίσει η επικοινωνία. Στο δικό µου νοητό σπίτι τα περισσότερα στοιχεία είναι δανεικά. Και δεν µιλάω µόνο για τα τραγούδια. Τα θεµέλια του σπιτιού αυτού είναι η πατρίδα µου η Κρήτη. Η Κρήτη είναι όλα αυτά που είµαι, που έχω µάθει να είµαι, που έχω διδαχτεί».

tovima.gr