40άρης που καθόταν στην πρώτη σειρά της επίδειξης του Μιχάλη Πολάτωφ, κάπου στις αρχές των 90s, δεν μπορούσε να σταματήσει να γελάει με σπασμούς καθώς έβλεπε την ψηλόλιγνη μαθήτρια της 3ης γυμνασίου του 3ου γυμνασίου Χαλανδρίου στην πρώτη της πασαρέλα.

Όταν αργότερα το ίδιο βράδυ, καθώς την επέστρεφε κατάκοπη σπίτι, εκείνη τον ρώτησε μισοκοιμισμένη ‘Μπαμπά, τι στο καλό έπαθες;’ εκείνος της απάντησε ‘Έλεγα από μέσα μου ότι τώρα θα γκρεμιστείς, τώρα θα πέσεις από αυτές τις τακουνάρες που σου φόρεσαν’.

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που η Βίκυ Καγιά φόρεσε τακούνια. Αλλά δεν γκρεμίστηκε. Ούτε τότε, ούτε ποτέ.

 

Κάπου στο βάθος του χαοτικού μυαλού μου θυμάμαι τηλεοπτικά αφιερώματα στην 15χρονη μοντέλα από το Χαλάνδρι που είχε μετατραπεί σε χρόνο dt στην αγαπημένη των σχεδιαστών και των μοντέλων της εποχής.

Κάτι σαν την μικρή πριγκίπισσα της ελληνικής μόδας την εποχή που άρχιζε να ανθίζει η ιδιωτική τηλεόραση και τα περιοδικά με τις ψαγμένες φωτογραφήσεις.  

 




‘Καγιά, παιδί μου, τι είναι αυτά που δήλωσες στο περιοδικό; Εδώ γράφει για σχέσεις με μεγαλύτερους, για χωρισμένους γονείς, για ναρκωτικά. Είναι δυνατόν;’, τη μάλωσαν οι καθηγητές της, έχοντας διαβάσει την ιστορία μιας άλλης δίπλα στην φωτογραφία της Βίκυς’

 

Ουσιαστικά η Βίκυ ήταν το πρωτότυπο της νέας, ψηλής, σέξι, Ευρωπαίας Ελληνίδας. Με την διαφορά ότι, στην περίπτωση της, κάποιος μπόλιασε κρυφά το DNA της με την εργασιακή ηθική Γερμανίδας καλόγριας.

Κάτι που μπορείς να διακρίνεις στον τρόπο με τον οποίο πόζαρε στις δεκάδες ημίγυμνες φωτογραφήσεις που εξαπέλυσε τα επόμενα χρόνια με στόχο τον –άμαθο τότε σε τέτοιες αναλογίες- αμφιβληστροειδή μας.

Δηλαδή χωρίς φόβο, ντροπές και μικροαστισμούς. Αλλά επίσης χωρίς υπερβολικό πάθος.

‘Αυτός που είναι συνεπής, εργατικός, πάντα χαμογελαστός, ο πρώτος που ανοίγει την πόρτα και ο τελευταίος που θα την κλείσει είναι και αυτός που χτίζει καριέρα’

 

Γιατί ο στόχος της Βίκυς ήταν πάντοτε να κάνει καλά την δουλειά της. Και να ξεκινήσει την διεθνή καριέρα που ήταν πάντοτε δεδομένο ότι θα της ‘κληρώσει’. Όχι να γίνει η σέξι εμμονή μας.

Αν και, όταν ξεκινούσε όντως την παγκόσμια περιοδεία της, ποτέ δεν περίμενε ότι θα πλάνταζε στο κλάμα σε μόνιμη βάση. ‘ Θυμάμαι να περιμένω στις ουρές με πανέμορφα κορίτσια, που κανέναν δεν ένοιαζε ποια είμαι και τι είχα καταφέρει στην Ελλάδα, που μου μιλούσαν ακόμη και άσχημα κάποιες φορές και απότομα. Τα πρώτα μου χρόνια στο Παρίσι ήταν ένα πολύ γερό ‘χαστούκι’- θυμάμαι να έχω κλάψει άπειρες φορές και ακατάπαυστα. Αλλά αυτό είναι τελικά και μεγάλη κάθαρση’.

 

Τα χρόνια πέρασαν και η Καγιά έγινε από κοριτσάκι κοτζάμ γυναίκα που έγραφε χιλιόμετρα στις πασαρέλες των Lagerfeld, Chanel, Dior και Valentino. Αλλά και πάλι δεν ήταν ικανοποιημένη, οπότε είπε να πάρει μια μεγάλη δαγκωματιά από το Μεγάλο Μήλο. Ή, όπως κατέληξε να το λέει στην συνέχεια ‘Μεγάλο Αγγούρι’.

 

Κλάματα, απόρριψη, αποδοχή, καταξίωση. Αυτά ήταν τα 4 διακριτά στάδια της Αμερικάνικης περιπέτειας της Βίκυς. Που κατέληξε και πάλι με εκείνη να κλαίει δάκρυ κορόμηλο. Αυτή την φορά επειδή χρειάστηκε να επιστρέψει

‘Στην αρχή έκλαιγα πολύ, έλεγα ‘γιατί έφυγα από τη Νέα Υόρκη, εκεί όπου είχα τους φίλους και τη ζωή μου;', στην Ελλάδα, όμως, ήταν άλλα τα δώρα: Έκανα δύο ταινίες, έπαιξα στο θέατρο με τον Σταμάτη Φασουλή, έκανα τηλεόραση, άνοιξα τη δική μου τη σχολή. Έχασα μεν το lifestyle της Νέας Υόρκης που όλα λειτουργούν με σύστημα και με τη σειρά τους, ήρθα σε μία πόλη που όλα είναι λίγο φλου, όμως κέρδισα πολλή δημιουργία εδώ ’.

 

Στην παραπάνω δήλωση είναι εμφανές ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό της Βίκυς, η ανικανότητά της δηλαδή να μιζεριάσει, να υποκύψει στις κακές κριτικές ή να χάσει δευτερόλεπτο το χαμόγελο της.

Και οι κριτικές που δέχτηκε για την τηλεοπτική της παρουσία ήταν και πολλές και κακές (ειδικά για τον Πρωινό Καφέ). Αφού ήταν δεδομένο ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να μιλήσει στην καρδιά της τηλεθεάτριας-νοικοκυράς ένα σουπερμόντελ που θεωρούσε καλή ιδέα να δείξει πώς να κάνεις sushi σε πρωινάδικο.

 

Αν και, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, η Καγιά ήταν αποθεωτικά καλή στους Παραγωγούς του Σταμάτη Φασουλή. Τόσο που ανάγκασε ακόμη και τις ορκισμένες εχθρούς της να το παραδεχτούν.

Επίσης ήταν αρκετά καλή στις Σειρήνες στο Αιγαίο του Περράκη. 

Και σαφώς ωραιότερη από σχεδόν όλες τις υποψήφιες next top model που νουθετούσε.


Πλέον η Βίκυ, μόνιμη κάτοικος Ελλάδας και φανερά ευτυχισμένη σύζυγος, αποφάσισε να κάτσει και να διδάξει στην νέα γενιά ως ιδρύτρια και διευθύντρια του Fashion Workshop στο Ψυρρή.

Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι να πετύχει κάτι τόσο γκλαμουράτο εν μέσω κρίσης. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν μπορώ να σκεφτώ άντρα που να μην χαμογελά πονηρά στην σκέψη της Βίκυς ως αυστηρή διευθύντριας. Με βίτσα στο χέρι ή χωρίς.


oneman.gr