Νέο δόγμα επιχειρεί να εισάγει το υπουργείο Οικονομικών, ζητώντας ουσιαστικά πάνω από τους πελάτες να μπαίνει το δημόσιο συμφέρον. Σε αυτό το πλαίσιο, το υπουργείο Οικονομικών ζητά από φορείς, ιδρύματα και ιδιώτες να καταγγείλουν ύποπτες συναλλαγές που ενδέχεται να συνδέονται με αδικήματα φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας, ακόμη και όταν υπάρχει υπόνοια ή υποψία τέλεσης αξιόποινων πράξεων και όχι η αποδεδειγμένη πραγματοποίηση τους.

 Το υπουργείο Οικονομικών έδωσε νέες οδηγίες για την εφαρμογή του Ν.3691/2008 όσον αφορά στην υποχρέωση των υπόχρεων προσώπων για αποστολή αναφορών στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης.

Με το άρθρο 7 του ν. 3691/2008 ορίζεται η υποχρέωση των τραπεζών, χρηματοπιστωτικών οργανισμών, εταιρειών κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών, εταιρειών παροχής επιχειρηματικού κεφαλαίου, ορκωτών ελεγκτών, λογιστών, φορολογικών ή φοροτεχνικών συμβούλων, κτηματομεσιτών, οίκων δημοπρασίας, ενεχυροδανειστών, συμβολαιογράφων, δικηγόρων, κ.α.. να υποβάλλουν στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες αναφορές ύποπτων συναλλαγών που ενδέχεται να συνδέονται με αδικήματα φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας, καθώς και με λοιπά αδικήματα αρμοδιότητας ελέγχου του ΣΔΟΕ.

Βάσει των νέων οδηγιών τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν να υποβάλλουν αναφορά στην Αρχή όταν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή τη διενέργεια συναλλαγής με πελάτη τους, αντιλαμβάνονται ή διαπιστώνουν ύποπτες συναλλαγές, δηλαδή συναλλαγές οι οποίες ενδεχομένως υποκρύπτουν νομιμοποίηση προϊόντος εγκλήματος το οποίο μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε εγκληματική δραστηριότητα, και όχι για αυτήν καθ’ αυτήν την εγκληματική πράξη.

Ήτοι αντικείμενο αναφορών των υπόχρεων προσώπων στην Αρχή θα πρέπει να αποτελεί η απλή ή γενική υπόνοια ή η υποψία τέλεσης συγκεκριμένης και εξειδικευμένης αξιόποινης πράξης και όχι κατ' ανάγκη η αποδεδειγμένη πραγματοποίηση αυτής.

Παράδειγμα:

Οι λογιστές, οι ιδιώτες ελεγκτές και οι φορολογικοί ή φοροτεχνικοί σύμβουλοι είναι υποχρεωμένοι να αναφέρουν περιπτώσεις ενδεχόμενης φοροδιαφυγής ή δωροδοκίας ή λαθρεμπορίας που υποπίπτουν στην αντίληψή τους κατά την άσκηση του λογιστικού, ελεγκτικού ή συμβουλευτικού έργου τους, για περιπτώσεις ενδεχόμενης νομιμοποίησης εσόδων (ξέπλυμα χρήματος) που προέρχονται από τη συγκεκριμένη εγκληματική δραστηριότητα.

Έτσι, για παράδειγμα, όταν λογιστές παρατηρήσουν ή υποψιαστούν, κατά την άσκηση της εργασίας τους, ότι πελάτες τους ενδεχομένως προβαίνουν σε πράξεις φοροδιαφυγής γενικώς (π.χ. δεν έχουν περιλάβει στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος μέρος των εισοδημάτων τους από οποιαδήποτε πηγή, δεν έχουν αποδώσει τους οφειλόμενους φόρους, τέλη, εισφορές ή έχουν εκδώσει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή είναι λήπτες εικονικών στοιχείων κ.λ.π.), τότε οφείλουν να αποστείλουν σχετική αναφορά στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.

Συνεπώς οι λογιστές, λόγω της ειδικής φύσεως του αδικήματος της φοροδιαφυγής, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους το γεγονός ότι η διαπίστωση φοροδιαφυγής ή πράξεων που υποκρύπτουν φοροδιαφυγή συνεπάγεται ταυτόχρονα και αυτόθροα την ύπαρξη ενδεχόμενης νομιμοποίησης εσόδων χωρίς να απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός του ύποπτου χαρακτήρα αυτών.

Ως εκ τούτου, οι λογιστές άπαξ και σχηματίσουν υποψίες ή υπόνοιες τέλεσης πράξεων φοροδιαφυγής (και όχι βεβαιωμένη κατ’ ανάγκη φοροδιαφυγή) από πελάτες τους κατά την εκτέλεση του έργου τους οφείλουν να υποβάλουν αναφορά.

 

in.gr