Μπορεί η οικοδομή να βουλιάζει, μπορεί να εκδόθηκαν λιγότερες από 40.000 οικοδομικές άδειας το 2011 σε σχέση με τις πάνω από 100.000 που λίγα χρόνια πριν εκδίδονταν, όμως ο κλάδος του τσιμέντου δείχνει να ακολουθεί απτόητος τον δρόμο της ακρίβειας. Πιο συγκεκριμένα, οι μεγάλες τσιμεντοβιομηχανίες της χώρας, οι δυόμισι επιχειρήσεις που διαφεντεύουν την αγορά και οι οποίες έχουν βρεθεί πολλές φορές στο στόχαστρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού, βάσει στοιχείων που σήμερα παρουσιάζει το «business stories» όχι μόνο εξακολουθούν να πουλάνε φθηνότερα το τσιμέντο που εγχωρίως παράγουν στις ξένες αγορές έως και κατά 30%, αλλά ταυτόχρονα δεν κατέβασαν ούτε ένα ευρώ τις ήδη υψηλές τιμές τους από το 2009.

Ούτε η κρίση, ούτε η πτώση της οικοδομής, ούτε καν η ίδια η μείωση των οικονομικών μεγεθών τους δεν έπεισαν τις διοικήσεις τους να αναθεωρήσουν μια αδιέξοδη για τους Ελληνες καταναλωτές πολιτική.

Ειδικότερα, βάσει στοιχείων της αγοράς, η Ελλάδα αυτή τη στιγμή πουλάει το τσιμέντο στα 110-115 ευρώ τον τόνο, την ίδια στιγμή που στην Ιταλία οι τιμές κυμαίνονται από 85 ευρώ έως 88 ευρώ τόνο, ενώ στην Τουρκία οι τιμές βρίσκονται στα 75-78 ευρώ τον τόνο και στην Ισπανία η τιμή πώλησης στα 91-94 ευρώ τον τόνο. Αναφέρουμε τις συγκεκριμένες αγορές λόγω του ότι σε αυτές κάνει εξαγωγές η ελληνική τσιμεντοβιομηχανία, αλλά και επειδή είναι αρκετά όμοιες σε χαρακτηριστικά με την Ελλάδα τόσο σε βιοτικό επίπεδο όσο και στην ευρύτερη φιλοσοφία της αγοράς. Παράλληλα, οι δύο από τις παραπάνω ξένες αγορές βιώνουν τις ίδιες συνθήκες άγριας ύφεσης με την ελληνική οικονομία και έτσι για μία ακόμη φορά αποδεικνύεται ότι οι Ελληνες είναι έρμαια της ακρίβειας που κατατρώει τα εισοδήματά τους.

Και όλα αυτά τη στιγμή που το προϊόν παράγεται στην Ελλάδα και υπό κανονικές συνθήκες όφειλε να είναι φθηνότερο και όχι ακριβότερο έως και 20%-30%. Για παράδειγμα, το σακί γκρι τσιμέντου των 50 kg πωλείται σήμερα στην Ελλάδα έναντι 7,5 ευρώ, όταν το ίδιο σακί πωλείται στην Ιταλία στα 6,2 ευρώ και στην Τουρκία στα 6,3 ευρώ.



Τι απαντούν οι επιχειρήσεις
Στη χώρα μας, όπως είναι γνωστό, στον τομέα της τσιμεντοβιομηχανίας δραστηριοποιούνται δυόμισι μεγάλες μονάδες παραγωγής, οι οποίες τροφοδοτούν τις δεκάδες επιχειρήσεις παραγωγής σκυροδέματος που βρίσκονται ανά την ελληνική επικράτεια και συμβάλλουν στην ανάπτυξη με την κατασκευή ιδιωτικών ή δημοσίων έργων. Με δεδομένη την κάμψη των κατασκευών εδώ και τρία χρόνια λόγω της ύφεσης, αλλά και την επενδυτική άπνοια, η οποία δεν επιτρέπει τη δημιουργία δρόμων και άλλου τύπου υποδομών, οι επιχειρήσεις της αγοράς διατείνονται πως η ζήτηση τσιμέντου έχει πέσει κατά 1/3, ενώ η τάση αναμένεται να είναι περαιτέρω πτωτική. Στις καταγγελίες μάλιστα πως το κόστος κατασκευής εκτοξεύεται λόγω του κόστους του τσιμέντου, πηγές της αγοράς ανέφεραν στο «b.s.» πως «μια τέτοια κριτική είναι άστοχη καθώς το τσιμέντο δεν είναι ούτε το 10% του κόστους κατασκευής, σχετιζόμενο μάλιστα με το σύνολο του σκυροδέματος».

Παρ’ όλα αυτά καμία δικαιολογία δεν υπάρχει για τις τεράστιες αυξήσεις στις τιμές πώλησης που παρουσιάστηκαν στην Ελλάδα -ιδιαίτερα από τις αρχές του 2000 μέχρι και σήμερα-, δηλαδή στα χρόνια των μεγάλων έργων και κατασκευών επ’ αφορμή της οικοδομικής υπερδραστηριότητας και των Ολυμπιακών Αγώνων. Κάπως έτσι, η χώρα μας υπήρξε ένα Ελντοράντο, με μία όμως μεγάλη επισήμανση: η χρέωση είναι δυσανάλογη εντός ή εκτός της χώρας. Για παράδειγμα, το τσιμέντο εντός Ελλάδας πωλείται 100-110 ευρώ περίπου τον τόνο, ενώ εκτός Ελλάδας εξάγεται σε πολύ χαμηλότερες τιμές. Παράλληλα, ενώ τον τελευταίο χρόνο οι συντελεστές που επηρεάζουν το κόστος παραγωγής παραμένουν σταθεροί ή και μειώνονται, από το 2008 είχαμε διαδοχικά αυξήσεις σε τρεις δόσεις, ενώ ήδη και για το 2009 υλοποιήθηκε αύξηση τιμών.

Μάλιστα αν μερικοί πιστεύουν πως ό,τι έγινε, έγινε, απατώνται. Θα περίμενε κανείς ότι η πτώση του κόστους παραγωγής και οι ειδικές, έως ακραίες, συνθήκες της αγοράς μας λόγω του κραχ θα οδηγούσαν σε αποκλιμάκωση των τιμών. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε, παρά μάλιστα τις παρεμβάσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Και αυτό τη στιγμή που οι τιμές του πετρελαίου έχουν μειωθεί διεθνώς και την ίδια ώρα το εργατικό κόστος όχι απλώς έχει πέσει, αλλά κυριολεκτικά έχει εξευτελιστεί. «Τα παραπάνω αποτελούν μια ρηχή κριτική και εκτίμηση», απαντούν στελέχη της αγοράς τσιμέντου σε ερώτηση που απευθύναμε. Και συνεχίζουν: «Ρηχή καθώς οι πρώτες ύλες στο σύνολό τους και όχι αποσπασματικά αυξήθηκαν, αλλά και επειδή κανείς δεν ρωτά τι ακριβώς συμβαίνει σε επίπεδο ευρωπαϊκού ανταγωνισμού. Οι τιμές κόστους στην Τουρκία και ευρύτερα στη Μεσόγειο είναι πολύ διαφορετικές σε σχέση με την πατρίδα μας, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις μας να παράγουν σε άλλες τιμές από αυτές που καλούνται να ανταγωνιστούν. Τα κόστη στην Ελλάδα, που σε μεγάλο βαθμό προέρχονται και από την υπερβολική γραφειοκρατία και φορολόγηση, δεν είναι συγκρίσιμα με τα αντίστοιχα στις άλλες χώρες», αναφέρουν οι ίδιες πηγές, δικαιολογώντας τις αποκλίσεις τιμών μεταξύ Ελλάδος και τρίτων αγορών.

Ταυτόχρονα οι βιομηχανίες που εμπλέκονται στο κύκλωμα παραγωγής τσιμέντου αναφέρονται στη διατήρηση των παραγωγικών τους βάσεων στην πατρίδα μας σε μια περίοδο όπου κάτι τέτοιο δεν είναι αυτονόητο ακόμα και για τις ισχυρότερες επιχειρήσεις της Ελλάδος. Την ώρα όμως που συμβαίνουν τα παραπάνω, ανεξέλεγκτη εξακολουθεί να παραμένει η κατάσταση στο χύδην τσιμέντο και στις προσμίξεις του. Πηγές του «b.s.» αναφέρουν πως καταγγελίες για λαθρεμπορία έχουν περιέλθει σε γνώση των αρμόδιων ελεγκτικών, οικονομικών αρχών εδώ και πέντε μήνες, χωρίς ωστόσο να έχουν προχωρήσει οι έρευνες και οι ανάλογες από τον νόμο διαδικασίες. Η εν λόγω καταγγελία έρχεται σε συνέχεια άλλων που στο παρελθόν υπήρξαν και είχαν φτάσει μέχρι και στο γραφείο του εισαγγελέα αναφορικά με τον τρόπο διακίνησης, διανομής και εισαγωγής του προϊόντος. Πρόκειται για καταγγελίες που είχαν απασχολήσει και τον τέως πρόεδρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού κ. Σπύρο Ζησιμόπουλο, αλλά και τη Δίωξη Οικονομικού Εγκλήματος


protothema.gr