Οι οίκοι αξιολόγησης τείνουν να βαθμολογούν θετικά τις τράπεζες οι οποίες κατά κύριο λόγο αγοράζουν παράγωγα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, εκτιμά μελέτη ερευνητών η οποία δημοσιεύεται στη σειρά μελετών της ΕΚΤ.

Οι ερευνητές αξιολόγησαν στοιχεία των ετών 1990-2012 δείχνοντας ότι οι τρεις μεγάλοι οίκοι αξιολόγησης (ο Standard & Poor’s, ο Moody’s και ο Fitch) έδιναν τις καλύτερες βαθμολογίες σε τράπεζες που έχουν εκδώσει παράγωγα συνολικής αξίας 6 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.

Όπως προσθέτουν, οι οίκοι έχουν αποκομίσει πολύ υψηλές αμοιβές για την αξιολόγηση αυτών των χρηματοπιστωτικών προϊόντων.

Διαβάστε την μελέτη των τριών ερευνητών (PDF στα αγγλικά)

Τα βασικά συμπεράσματα όπως τα καταγράφουν στην περίληψη είναι τα ακόλουθα:

Η ποιότητα των πληροφοριών των αξιολογήσεων είναι υψηλότερη σε περιόδους κρίσης -είναι δηλαδή αντικυκλική- κάτι που συμφωνεί με θεωρητικές προβλέψεις ότι τα κέρδη των οίκων αξιολόγησης από την παροχή καλών πληροφοριών είναι χαμηλότερα σε περιόδους κρίσης.

Οι τραπεζικές αξιολογήσεις στην ανώτερη βαθμίδα δεν σχετίζονται ουσιαστικά με τις πιθανότητες χρεοκοπίας δύο χρόνια αργότερα.

Τρίτον, το μέγεθος της τράπεζας φαίνεται να συσχετίζεται με θετικότερες αξιολογήσεις από τους οίκους. Οι ερευνητές το αποδίδουν σε σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στους οίκους και τις τράπεζες.

Τέλος, οι τράπεζες που παρέχουν στους οίκους μεγάλες τιτλοποιήσεις παίρνουν καλύτερες αξιολογήσεις, κάτι που επίσης αποδίδεται σε σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στους οίκους και τις τράπεζες.

Σημειώνεται ότι η ΕΕ έχει κινηθεί προς την κατεύθυνση να ιδρύσει δικό της οίκο αξιολόγησης ενώ αξιωματούχοι της έχουν στο παρελθόν επικρίνει τις μεθόδους των τριών οίκων επιρρίπτοντας μέρος της ευθύνης για την αστάθεια και την κακή ψυχολογία στις αγορές.



in.gr