Την άποψη ότι η Ελλάδα χρειάζεται «βαθιά» διαγραφή χρέους και ότι η επιμήκυνση των ωριμάνσεων των ελληνικών ομολόγων που κατέχει ο επίσημος τομέας με την ταυτόχρονη μείωση των επιτοκίων δεν αποτελούν βιώσιμη λύση διατυπώνουν σε κοινή τους έκθεση το διεθνές οικονομικό δίκτυο Research on Money and Finance (RMF) του Λονδίνου και το Δίκτυο Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών της Θεσσαλονίκης.


Η έκθεση που υπογράφεται από τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου του Λονδίνου κ. Κώστα Λαπαβίτσα και τον οικονομολόγο κ. Ντανιέλ Μουνεβάρ αναφέρει πως το χρέος είναι τροχοπέδη για την ελληνική οικονομία όχι μόνο γιατί τα ποσά που απαιτούνται για την εξυπηρέτησή του είναι πολύ μεγάλα, αλλά και γιατί η ανάγκη της εξυπηρέτησης επιβάλλει σκληρές πολιτικές λιτότητας μέσω της επιδίωξης πρωτογενών πλεονασμάτων. Ως εκ τούτου το RFM υποστηρίζει πως το χρέος δεν επιτρέπει την υιοθέτηση επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής που θα τόνωνε την ανάπτυξη μειώνοντας την ανεργία.

Η μελέτη του RMF εστιάζει στα αποτελέσματα δύο επιλογών ως προς τον πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο ο οποίος θα προκύψει από την ελάφρυνση του χρέους. Δηλαδή, συγκρίνει το όφελος από μια μείωση του μέσου επιτοκίου κατά 0,5% ή και 1% (μαλακή επιλογή) με τη μείωση της ονομαστικής αξίας του χρέους στο 60% του ΑΕΠ μέσω «κουρέματος» (σκληρή επιλογή).

Τα βασικά συμπεράσματα έχουν ως εξής:

1. Η μαλακή επιλογή θα είχε αμελητέες επιπτώσεις στον λόγο χρέους προς ΑΕΠ, βελτιώνοντάς τον μόλις κατά 5% μέχρι το 2019. Ο λόγος είναι ότι το ελληνικό χρέος έχει ήδη υποστεί μια σημαντική αναδιάρθρωση το 2012 και το μέσο επιτόκιό του έχει ήδη μειωθεί γύρω στο 3%.

2. Ο δημοσιονομικός χώρος ο οποίος θα κερδιζόταν μέσω της μαλακής επιλογής μείωσης του επιτοκίου κατά 0,5% θα προσέγγιζε μόλις το 0,8% ετησίως από το 2014 ως το 2019. Αν η μείωση γινόταν 1%, τότε ο δημοσιονομικός χώρος θα έφτανε κατά μέσο όρο το 1,6% ετησίως. Πρόκειται για εντελώς ασήμαντα κέρδη, ιδίως εν όψει της τρέχουσας κατάστασης της οικονομίας.

3. Η σκληρή επιλογή θα επηρέαζε αποφασιστικά τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ, εφόσον θα μείωνε άμεσα την ονομαστική αξία του χρέους.

4. Η σκληρή επιλογή θα δημιουργούσε σημαντικό δημοσιονομικό χώρο, κατά μέσον όρο 4,8% του ΑΕΠ ετησίως, για την περίοδο 2015-2019. Αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 10 δισ. ευρώ ετησίως, ποσό το οποίο θα μπορούσε να διατεθεί σε δημόσιες επενδύσεις, αυξήσεις μισθών και συντάξεων και δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας. Πρόκειται για όφελος μεγαλύτερο κατά τρεις και μισή έως έξη φορές απ' ό,τι το όφελος της μαλακής επιλογής, ανάλογα με τη μείωση επιτοκίου με την οποία θα υπολογιστεί δεύτερη. Αν το όφελος υπολογιστεί για ολόκληρο το διάστημα 2015-2019, προκύπτει ένα τεράστιο ποσό για τη χειμαζόμενη ελληνική οικονομία, η οποία βρίσκεται σε ύφεση.

5. Η δημοσιονομική σταθερότητα θα είναι ευκολότερο να επιτευχθεί με τη σκληρή παρά με τη μαλακή επιλογή, παρά το γεγονός ότι η πρώτη παρέχει επιπλέον πολύ μεγαλύτερο χώρο δημοσιονομικής επέκτασης. Στη σκληρή επιλογή, τα κρατικά ελλείμματα θα μπορούσαν άνετα να διατηρηθούν σε χαμηλά επίπεδα (ας πούμε, κάτω του 3% του ΑΕΠ) ενώ ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα παρέμενε σταθερός.

Καταλήγοντας η έκθεση του Research on Money and Finance αναφέρει τα εξής: «Οι αναμφίβολες δυσκολίες της σκληρής επιλογής γίνονται δευτερεύουσας σημασίας αν συγκριθούν με τα επακόλουθα (και τις φαντασιώσεις) του πλαισίου πολιτικής που ακολουθείται σήμερα στην Ελλάδα. Το σενάριο βάσης του RMF δείχνει ότι εάν απεναντίας η Ελλάδα ακολουθήσει την παρούσα πολιτική, θα χρειαστεί 26 χρόνια για να φτάσει στο κατώφλι του λόγου χρέους προς ΑΕΠ ίσου προς 60%! Ουσιαστικά η χώρα θα πρέπει τότε να εφαρμόζει λιτότητα, με τη μια ή την άλλη μορφή, για δεκαετίες. Πρόκειται για κάτι αδιανόητο σε μια χώρα με δημοκρατικό πολίτευμα. Πλησιάζει η ώρα που η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να επιλέξει μεταξύ της καταστροφικής πολιτικής, την οποία ακολουθεί σήμερα, και την σκληρής αλλά πολλά υποσχόμενης εναλλακτικής λύσης. Χρειάζεται επειγόντως να υπάρξει δημόσια συζήτηση για το που είναι διατεθειμένη να φτάσει η χώρα ώστε να επιτύχει τη διαγραφή την οποία η οικονομία της έχει επιτακτική ανάγκη».