Η σταδιακή εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας , είναι μια διαδικασία μάθησης για τα ευρωπαϊκά κράτη & τις κοινωνίες, που διαμορφώνεται μέσα απο πολιτικές διαστάσεις & παραμέτρους. Μέσα απο αυτές τις αλλαγές, που καθορίζουν τον λόγο ύπαρξης των εθνικών κρατών, τον ρόλο τους μέσα σε ένα διαρκώς διαμορφούμενο υπερεθνικό ευρωπαϊκό οικοδόμημα, οι Πολίτες αισθάνονται ότι δεν δύνανται να παρακολουθήσουν τις συντελούμενες διεργασίες.

Πολλές φορές , άδικα , κάτω απο την ευρωφοβική προπαγάνδα ευρωσκεπτικιστών, την αδυναμία των εθνικών αρχών να υπερασπιστούν αυτό το εγχείρημα, οι Πολίτες νιώθουν ότι απειλούνται. Και αυτόν τον φόβο, εκμεταλλεύονται προς ίδιον όφελος δυνάμεις που αλληλοτροφοδοτούν εθνικισμούς, δημιουργούν νεές διαιρέσεις, αντιπαλότητες και έριδες.

Έξι δεκαετίες ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν έχουν απλά παγιώσει την ειρήνη μεταξύ άλλοτε προαιώνιων εχθρών στην ήπειρο μας, αλλά αντανακλούν τον λόγο ύπαρξης των εθνικών κρατών, μέσα απο μια διαφορετική προσέγγιση, όπου τα όρια της εθνικής κυριαρχίας παραχωρούνται προς ενα υπερεθνικό σύνολο, στην βάση μιας αμοιβαία αποδεκτής κοινής εθελούσιας πορείας.

Η ανάπτυξη των κοινοτικών πολιτικών στις 10ετίες του 1990 και του 2000, συνδέθηκε με την διεύρυνση της ΕΕ, χωρίς όμως να δοθεί παράλληλα η ώθηση σε στοιχεία που εξέφραζαν την προοπτική της πολιτικής ενοποίησης.

Έτσι, δημιουργήθηκε ένα ρεύμα αυξανόμενου δημοκρατικού ελλείμματος, που συνδέθηκε με φαινόμενα αποχής στις ευρωεκλογές, με μείωση του ενδιαφέροντος των Πολιτών για τα όσα διαδραματίζονταν στις Βρυξέλλες & στο Στρασβούργο.

Ένα δημοκρατικό έλλειμμα, που λόγω του κυρίαρχου ρόλου που διαδραματίζει ο διακυβερνητικός χαρακτήρας που αντανακλά τις διαθέσεις των εθνικών κυβερνήσεων, κυρίως τις ηγεμονικές τάσεις των μεγάλων χωρών, αποδυνάμωσε το
ευρωπαϊκό θεσμικό σύστημα στην κατεύθυνση υιοθέτησης & εφαρμογής
εκείνων των στοιχείων που θα συνιστούσαν μια
πραγματική πολιτική υπερεθνική πρόταση και προσέγγιση, με σαφή τα χαρακτηριστικά δημοκρατικής νομιμοποίησης και προσδιορισμού μιας ομοσπονδιακής λογικής.

Οι αποφάσεις των εθνικών κυβερνήσεων που προσδιορίζουν την σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ακόμα και την θέση του Προέδρου του Ευρωκοινοβουλίου, πολλές φορές στην βάση διατήρησης εσωτερικών πολιτικών ισορροπιών, προέρχονται απο δημοκρατικά εκλεγμένα κοινοβουλευτικά σώματα.

Όμως, η απόσταση απο την άμεση καθολική νομιμοποίηση των Πολιτών, δημιουργεί ένα μεγάλο πολιτικό θεσμικό κενό, που και αυτό αντιμετωπίζεται απο τις εθνικές αρχές με παραδοξότητα και αδιαφάνεια. Και εδώ βλέπουμε ξανά την τακτική τα θετικά της Ευρώπης να γίνονται πεδίο εκμετάλλευσης & ιδιοποίησης
απο τις εσωτερικές πολιτικές ελίτ , ενώ, για τα όποια αρνητικά που προέρχονται και απο την αδυναμία ή αδιαφορία των ίδιων πολιτικών ελίτ, να κατηγορείται η Ευρώπη.

Με την πίεση των φιλοευρωπαικών οργανώσεων για περαιτέρω θεσμικό εκδημοκρατισμό στην ΕΕ, για πολιτικοποίηση των ευρωεκλογών να έχουν τεθεί με περισσότερη ένταση την τελευταία 10ετία, μια πρώτη απάντηση ήρθε με το πως αντιμετωπίζει η Συνθήκη της Λισαβόνας την σύνδεση της επιλογής του Προέδρου της Κομισιόν με το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών.

Το αίτημα για την άμεση εκλογή του Προέδρου της Επιτροπής απο τους Πολίτες δεν επέφερε τον μεγάλο πολιτικό βηματισμό, οδήγησε στην πρόβλεψη της Συνθήκης της Λισαβόνας που οδήγησε τα κυριότερα ευρωπαϊκά κόμματα εν όψει των ευρωεκλογών να επιλέξουν διακριτές πολιτικές υποψηφιότητες, να συμμετάσχουν σε πανευρωπαϊκά debate , σαν μια πρώτη ένδειξη πρόθεσης να υπάρξει δημοκρατική νομιμοποίηση στο κοινοτικό θεσμικό επίπεδο.

Έχουμε για πρώτη φορά την έκθεση ενός πανευρωπαϊκού εκλογικού σώματος να καλείται να ψηφίσει ουσιαστικά για Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπο συνθήκες όμως που εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά από τα όσα θα προσδιόριζαν πραγματικές ευρωπαϊκές εκλογές, όπως την ύπαρξη πραγματικά ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων, ενιαία υπερεθνική ευρωπαϊκή λίστα και άλλα στοιχεία που θα δημιουργούσαν μια δημοκρατική όσμωση και αύξηση του ενδιαφέροντος των Πολιτών για την ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα.

Αυτή όμως η νέα πραγματικότητα στο κοινοτικό θεσμικό σύστημα, τώρα που πέρασαν αυτές οι ευρωεκλογές, που καταγράφηκαν πολιτικοί συσχετισμοί, καλείται να δώσει νέες απαντήσεις. Γιατί, προφανώς και δεν αρκεί αυτό το βήμα, καθώς βλέπουμε ότι ένα βασικό γράμμα και πνεύμα της Συνθήκης της Λισαβόνας, τον σεβασμό στο αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, οι πολέμιοι της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, όχι μόνον δεν το δέχονται, αλλά επιδιώκουν μια αντιδημοκρατική εκθεμελίωση της βούλησης των Πολιτών της Ευρώπης.

Ο Βρετανικός παγερός ρεαλισμός, που εκφράζεται από την πρόθεση ενός πρωθυπουργού ο οποίος θέλει να μεταφέρει στην Ευρώπη την εσωτερική πολιτική του κατάρρευση, την πίεση που του ασκεί η θλιβερή ακροδεξιά ευρωφοβική φιγούρα του αρχηγού του UKIP Νάϊτζελ Φάρατζ, επιδιώκει να παρακάμψει το αποτέλεσμα της ευρωπαϊκής κάλπης, να υπονομεύσει τα συμφωνηθέντα από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων στην Συνθήκη της Λισαβόνας.

Και αυτές οι απαντήσεις, καλούνται να δώσουν ένα νέο δημοκρατικό νόημα στην αναγκαιότητα ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που δεν μπορεί να είναι άλλη παρά μια νέα προσπάθεια, όχι μιας κακοφορμισμένης επιστροφής στο εθνικό κράτος, αλλά ενίσχυσης της δημοκρατικής υπερεθνικότητας, της πολιτικής ενοποίησης, της αντιστοιχίας της βούλησης των Ευρωπαίων Πολιτών με το πλέγμα της ευρωπαϊκής θεσμικής εξουσίας, με σεβασμό στις αρχές διασφάλισης της δημοκρατίας , της αντιπροσωπευτικής συμμετοχής και εκπροσώπησης, της επικουρικότητας, με ενισχυμένους όλους τους βασικούς συντελεστές της.

* Ο κ. Γιώργος Ζερβάκης είναι εκπρόσωπος των ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ ΦΕΝΤΕΡΑΛΙΣΤΩΝ ΚΡΗΤΗΣ.
Το άρθρο έχει γραφεί αποκλειστικά για το flashnews.gr