Ο Αβραάμ Πριμούδης προσπαθεί να ισορροπήσει, καθώς τα παπούτσια του βυθίζονται στο νωπό χώμα του χωραφιού του, λίγα χιλιόμετρα μακριά από τις ανασκαφές της Αμφίπολης. «Βλέπεις; Παντού εδώ υπάρχουν μνήματα» λέει και δείχνει το τοπίο ολόγυρα.

Στα οργωμένα στρέμματα που τον περιβάλλουν όμως δεν διακρίνεται κάποιο σημάδι. Η εικόνα δεν ήταν ίδια δύο δεκαετίες πριν. Σε αυτό το σημείο ο αγρότης από τα Νέα Κερδύλια Σερρών είχε βρει μια μεγάλη γούβα που σχημάτισαν τα νερά της βροχής. Εκεί κρυβόταν ένας τάφος των ελληνιστικών χρόνων γεμάτος με χρυσά κτερίσματα.

«Είχε πολλά πράγματα μέσα. Ενα περιδέραιο, ένα δαχτυλίδι με κεφάλια φιδιού, ένα έλασμα χρυσό και λεπτό όπως είναι το χαρτί με μια πέτρα στην άκρη», θυμάται η σύζυγος του Αβραάμ Πριμούδη, Στέλλα. «Τα παραδώσαμε στην αρχαιολογία, δεν είμαστε κλέφτες εμείς. Θέλουμε τα αρχαία να μείνουν στην Ελλάδα».

Η περιοχή δεν ήταν άγνωστη στην αρχαιολογική υπηρεσία. Το χωράφι του κ. Πριμούδη και οι γειτονικές καλλιεργήσιμες εκτάσεις θεωρούνται προέκταση της αρχαίας Αμφίπολης. Το 1991, κλιμάκιο της ΙΗ΄ Εφορείας Αρχαιοτήτων Καβάλας με επικεφαλής τον αρχαιολόγο Ζήση Μπόνια έφτασε στο σημείο λίγες ημέρες μετά την τηλεφωνική κλήση του κ. Πριμούδη.

Μέσα σε 24 ώρες η ανασκαφή είχε ολοκληρωθεί και ο τάφος είχε σκεπαστεί ξανά με χώμα. Λίγα χρόνια αργότερα ο κ. Πριμούδης εισέπραξε πάνω από δύο εκατομμύρια δραχμές για την παράδοση αυτών των αρχαιοτήτων που φιλοξενούνται σήμερα στο μουσείο της Αμφίπολης. Ηταν η μεγαλύτερη αμοιβή που είχε δώσει μέχρι τότε το υπουργείο Πολιτισμού σε κάτοικο της περιοχής. Η ιστορία του γίνεται σήμερα για πρώτη φορά γνωστή.

«Βρήκαμε εκεί έναν κιβωτιόσχημο τάφο του 4ου αιώνα π.Χ. χωρίς κάποια ιδιαιτερότητα. Είχε μέσα έναν χάλκινο καθρέφτη και κοσμήματα, αλλά ήταν ένας απλός τάφος», λέει στην Καθημερινή ο κ. Μπόνιας. Η αμοιβή ήταν δυσανάλογη της ανακάλυψης γιατί η Πολιτεία αποπειράθηκε μέσα από το παράδειγμα του κ. Πριμούδη να δώσει κίνητρο στον ντόπιο πληθυσμό κατά της αρχαιοκαπηλίας. «Θέλαμε να μην προξενεύουν άλλο τα ευρήματα οι αγρότες σε αρχαιοκάπηλους» λέει ο επικεφαλής της ανασκαφής σε αυτό το χωράφι.

Οι λαθρανασκαφές και η παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων μετρούν πολλές δεκαετίες στην ευρύτερη περιοχή της Αμφίπολης. «Στον τόπο το δικό μας πολλοί βρήκανε αρχαία και πολλοί τα πουλήσανε. Κοίταζαν πρώτα πώς θα ζήσουν» λέει η Στέλλα Πριμούδη. Οταν ο άντρας της πήρε την απόφαση να καλέσει τις αρμόδιες υπηρεσίες αντιμετώπισε αντιδράσεις συγχωριανών του. «Μου είπαν: ‘‘Ενας βρέθηκες Πριμούδη. Αφού μας ήξερες από τότε που ήμασταν παιδιά, γιατί δεν ήρθες σε μας;”» λέει για τους αρχαιοκάπηλους ο 83χρονος σήμερα κάτοικος Ν. Κερδυλίων.

Πλάι στους αρχαιολόγους ο τότε αρχιφύλακας του αρχαιολογικού χώρου της Αμφίπολης, Αλέξανδρος Κοχλιαρίδης, προσπαθούσε να πείσει τους ντόπιους να παραδίδουν ό,τι ξεθάβουν από τη γη. Είχε δώσει αντίστοιχη οδηγία και στον κ. Πριμούδη. «Η περιοχή εκεί είναι ένα απέραντο νεκροταφείο. Λόγω του ποταμού Στρυμόνα ήταν πέρασμα και έθαβαν εκεί τους νεκρούς», λέει. Μόνο την περίοδο 1992-2002, κατά τη διαπλάτυνση του δρόμου Αμφίπολης-Μεσολακκιάς, ανακαλύφθηκαν περίπου 800 τάφοι διαφόρων τύπων που χρονολογούνται από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. μέχρι και τους ύστερους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους. Οσοι δεν είχαν συληθεί έφεραν πλούσια κτερίσματα.

Παρά την αμοιβή που δόθηκε στον κ. Πριμούδη κάποιοι λαθρανασκαφείς συνέχισαν τη δράση τους. Ενδεικτικά, τον Σεπτέμβριο του 1999 αστυνομικοί συνέλαβαν στο 90ό χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης-Καβάλας δύο κατοίκους Αμφίπολης και έναν γεωργό από το Αηδονοχώρι Σερρών, καθώς μετέφεραν σε κρυψώνα τους 26 κτερίσματα του 6ου και 5ου π.Χ. αιώνα. Οι συλληφθέντες δεν ήταν άγνωστοι στις αρχές. Είχαν πιαστεί παλιότερα για τον ίδιο λόγο. Πεδίο δράσης τους ήταν η περιοχή μεταξύ Κερδυλίων και Αμφίπολης. «Το ’χουμε στο αίμα μας» είχε πει τότε στους αστυνομικούς ένας εκ των τριών αρχαιοκάπηλων.

Πηγή: Καθημερινή