Αντιμέτωπες με μεγάλες καθυστερήσεις και με άρνηση συνεργασίας έρχονται οι φορολογικές αρχές σε πολλές περιπτώσεις που ζητούν την άρση του τραπεζικού απορρήτου πολιτών και επιχειρήσεων ύποπτων για φοροδιαφυγή.

Στελέχη του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος μιλούν ανοικτά για «προσκόμματα» που προβάλλουν πολλές τράπεζες στο πλαίσιο της διαδικασίας άρσης του τραπεζικού απορρήτου, προκειμένου να προστατεύσουν τους πελάτες τους.

Όπως σημειώνουν, η νομοθεσία για τον παράνομο πλουτισμό ορίζει σαφώς τις υποχρεώσεις των τραπεζών απέναντι στον φοροελεγκτικό μηχανισμό και περιγράφει τις διευκολύνσεις που θα πρέπει να παρέχονται στους ελεγκτές. Ωστόσο, πολλές τράπεζες με διάφορά προσχήματα δυσχεραίνουν το έργο των εφοριακών και καθυστερούν την άρση του τραπεζικού απορρήτου.

Σημειώνεται πως η άρση του τραπεζικού απορρήτου δικαιολογείται μόνο σε περιπτώσεις φορολογικών ελέγχων, όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις τέλεσης αδικημάτων φοροδιαφυγής. Αντίθετα, σε περιπτώσεις διασταυρώσεων στοιχείων (γενικός έλεγχος) δεν δικαιολογείται η άρση του τραπεζικού απορρήτου, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν ενδείξεις τέλεσης παραβάσεων.

Όπως αναφέρουν τραπεζικά στελέχη, μια από τις βασικότερες υποχρεώσεις των τραπεζών που πηγάζει από τη σχέση εμπιστοσύνης που τις συνδέει με τους πελάτες της, είναι η υποχρέωση εχεμύθειας, η οποία εκφράζεται από το τραπεζικό απόρρητο.

Όπως τονίζουν, το τραπεζικό απόρρητο, διακρίνεται σε γενικό, το οποίο θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 57 του Αστικού Κώδικα για την προστασία της προσωπικότητας, του άρθρου 288 (γενική ρήτρα καλής πίστης στα πλαίσια των συμβάσεων), στην εθιμικά επιβαλλόμενη εχεμύθεια, και επικουρικώς στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα (παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας) και στο ειδικό απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων.

Στη βάση αυτή σημειώνουν πως τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να είναι ιδιαίτερα φειδωλά στη χορήγηση στοιχείων πελατών τους και να διακρίνουν με μεγάλη προσοχή τις υποθέσεις που απαιτείται άρση του τραπεζικού απορρήτου.