Η Αλ Κάιντα, της οποίας η διοίκηση έχει αποδυναμωθεί, υπολογίζει στην Αφρική για να αναζωογονηθεί, συνάπτοντας δεσμούς με τα ισλαμικά κινήματα στις πιο ασταθείς χώρες, υπογραμμίζεται σε μια μελέτη του βρετανικού Ινστιτούτου Ερευνών (Rusi).

«Οι πρόσφατες επιθέσεις στη Νιγηρία, η εξέγερση στη Σομαλία και η τρέχουσα αναταραχή στο Μάλι υποδηλώνουν ότι ο κίνδυνος του τζιχάντ βρίσκεται στη διαδικασία της μετάβασης προς τη Σομαλία, την Κένυα, τη βόρεια Νιγηρία και τα σύνορα ορισμένων μεγάλων περιοχών της Δυτικής Αφρικής», αναφέρεται στην εισαγωγή της μελέτης αυτής για τον παγκόσμιο τζιχάντ ("ιερό πόλεμο") και την Αφρική.

«Το επίκεντρο του ενδιαφέροντος για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και του τζιχάντ μετακινείται προς την Αφρική», επισημαίνει η συγγραφέας της μελέτης, Βαλεντίνα Σόρια.

Η έκθεση αναφέρεται επίσης στην «ανησυχητική προοπτική ενός τόξου περιφερειακής αστάθειας, που συμπεριλαμβάνει όλη την περιοχή Σαχέλ-Σαχάρας και εκτείνεται έως την Ανατολική Αφρική, που ο πυρήνας της Αλ Κάιντα, ο οποίος έχει πλέον αποδυναμωθεί, θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί για να συγκεντρώσει δυνάμεις να αναδιοργανωθεί και να τονώσει την τρομοκρατική του δράση κατά της Δύσης».

«Οι υπηρεσίες πληροφοριών και ασφάλειας της Δύσης έχουν επίγνωση των νέων κινδύνων που τίθενται από την εξέλιξη του τζιχάντ, με την εξάπλωσή του σε περιοχές των οποίων οι κυβερνήσεις είναι ανύπαρκτες ή αδύναμες σε μεγάλες ζώνες της Αφρικανικής ηπείρου», γράφει ακόμη η ερευνήτρια.

Η Αλ Κάιντα έχει δημιουργήσει δεσμούς στην Υεμένη (Αλ-Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο), στη Σομαλία (αντάρτες Σεμπάμπ), στη Βόρεια Αφρική (Αλ-Κάιντα του Ισλαμικού Μάγρεμπ, σημειώνεται στην ίδια μελέτη.

Όσο για το νιγηριανό κίνημα Μπόκο Χαράμ, αυτό «εξακολουθεί να παραμένει επικεντρωμένο σε τοπικούς στόχους», αλλά ο «θεαματικός και όλο και πιο φονικός χαρακτήρας των επιθέσεων του» υποδηλώνει «δεσμούς με άλλες τρομοκρατικές ομάδες στην περιοχή», εκτιμά η Σόρια.

Αφρικανικές ομάδες επωφελούνται από την τεχνογνωσία της Αλ Κάιντα για τη διεξαγωγή επιθέσεων και για την διάδοση της προπαγάνδας τους, καθώς κι από την βοήθεια της σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση των μαχητών, τους οικονομικούς πόρους, τα όπλα.

Ωστόσο, στην έκθεση σημειώνεται ότι η απόφαση να ενταχθούν στην Αλ Κάιντα μπορεί να προκαλέσει εσωτερικές διαιρέσεις στις αφρικανικές οργανώσεις και να τρομάξει τους υποψήφιους για στρατολόγηση, με παράδειγμα τους Σεμπάμπ.