Η χθεσινή στήλη ασχολήθηκε με την κοντόφθαλμη, μυωπική, αυτοχειριαστική θα λέγαμε πολιτική που άκριτα εξυπηρετεί συνδικαλιστικά και άλλα συμφέροντα στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Βάση, η σχετική μελέτη της Εθνικής Τράπεζας που με συντηρητικές εκτιμήσεις έκρινε απολύτως εφικτή την προσέλκυση στην Ελλάδα περί τις 110.000 ξένους φοιτητές, με άμεσο, την ίδια χρονιά, όφελος στο ΑΕΠ στα 1,8 δις ευρώ (ή μισό ΕΝΦΙΑ).

Συγκλονιστικό είναι το επόμενο βήμα, αφού η μελέτη προχωρώντας στην ανάλυση των επιμέρους στοιχείων που η μεγάλη αυτή μεταρρύθμιση θα φέρει σε ολόκληρη την κοινωνία, ανεβάζει τα μετρήσιμα ετήσια κέρδη στο ΑΕΠ της χώρας στα 50 δις ευρώ (ή …15 ΕΝΦΙΑ). Εμείς… Γαβρόγλου ήταν η κατάληξη του χθεσινού επιλόγου, όχι τόσο ως μομφή στον χειρότερο ίσως υπουργό που πέρασε από το πόστο, αλλά σαν καυτηριασμό της αρρωστημένης νοοτροπίας μας να επιμένουμε, μοναδική χώρα στον πολιτισμένο κόσμο να απαγορεύουμε την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων.

Σα να μην έφτανε η αυτοχειρική μας πολιτική στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τα στοιχεία δείχνουν ότι στην Ελλάδα το εκπαιδευτικό σύστημα βαδίζει σε λάθος δρόμο, ήδη από την πρώτη βαθμίδα, με εμφατική κατάληξη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Λόγω της διάρθρωσης των ΑΕΙ της χώρας μας, οι απόφοιτοι των ελληνικών πανεπιστημίων έχουν κατευθυνθεί σε σπουδές με χαμηλή ζήτηση, σε αντίθεση με τα περιζήτητα διεθνώς επαγγέλματα τα επόμενα χρόνια. Σπουδάζουν κοινωνικές επιστήμες, τέχνες και δημοσιογραφία. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση του Οργανισμού, «Education at a Glance 2017» (με στοιχεία από τις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ αλλά και τις υπερδυνάμεις Κίνα, Ινδία, Ρωσία, Βραζιλία), στην πλειονότητα των χωρών του ΟΟΣΑ οι πιο δημοφιλείς πανεπιστημιακοί τίτλοι σπουδών είναι στον τομέα των επιχειρήσεων, της διοίκησης ή της νομικής. Αυτή η αναντιστοιχία σπουδών και αγοράς εργασίας ευθύνεται για στρεβλώσεις στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Μια σύγκριση με την οικονομική υπερδύναμη της Ευρώπης –τη Γερμανία– είναι ενδεικτική, καθώς εκεί το 13% των αποφοίτων επέλεξε κοινωνικές επιστήμες, το 22% οικονομία - δίκαιο και το 26% μηχανική. 

Ταυτόχρονα, μεγάλα προβλήματα παρατηρεί ο ΟΟΣΑ και στις κατώτερες βαθμίδες εκπαίδευσης με κυριότερο την έλλειψη αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου, αλλά και την μεγάλη μείωση των διδακτικών ωρών λόγο των συνεχών εξετάσεων στις οποίες (χωρίς νόημα και χωρίς αποτέλεσμα) υποβάλλονται τα ελληνόπουλα.

Τελικά, στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα συμβαίνει το εξής παράδοξο: Ίσως μοναδικά στην γη συνυπάρχουν άριστη πρώτη ύλη (μαθητές και οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί) και άρρωστο, υπουργοκεντρικό σύστημα με ακραίο συνδικαλισμό. Όλα τα πραγματικά προοδευτικά εκπαιδευτικά συστήματα σαν βάση έχουν την σε μικρό ή μεγάλο βαθμό αυτοτέλεια των εκπαιδευτικών μονάδων συνδέοντας φυσικά την αποκέντρωση και την αυτονομία των σχολείων με τη λογοδοσία. Όπως φαίνεται, εκεί είναι που εμείς τα χαλάμε.

Κώστας Ν.Πολυχρονάκης

[email protected]