Εισαγωγικά

Στην εκκλησιά, σήκωσε τα χέρια του  ο γερο-Μητροπολίτης στο θόλο. Κοίταξε τον Παντοκράτορα κι’ ήθελε να βγάλει λόγο, μα το λαρύγγι του είχε φράξει, ανοιγόκλεισε τα χείλια του: «Χριστός ανέστη, παιδιά μου!» φώναξε κι’ άλλο δεν μπορούσε να ξεστομίσει. «Αληθώς ανέστη!» βρόντηξε απ’ όλα τα στήθια, κι οι πολυέλαιοι της εκκλησιάς κουνήθηκαν σαν να ‘καμε σεισμό.[1] […] Η Κρήτη ανέστη![2]

Ποτέ δεν ένοιωσα τόσο βαθιά πως οι πεθαμένοι μας δεν έχουν πεθάνει […] Και χαίρουμου , γιατί […]  ψυχανεμίζουμουν πως θα ζω κι εγώ , θα στοχάζουμαι και θα βλέπω κι ακόμα αφού πεθάνω, φτάνει να υπάρχουν ακόμα καρδιές να με θυμούνται. [3]

Κάπως έτσι, ανακαλώντας την καζαντζακική αφήγηση, θυμόμαστε και καλωσορίζουμε τις ψυχές των προγόνων ημέρες σαν τη σημερινή, σε γιορτές μνήμης και τιμής, λίγο μετά την Ανάσταση, με αφορμή επετείους επικών γεγονότων , τέτοιων που στην εξιστόρησή τους συναντιούνται αυτόκλητα η ιστορία  και η ποίηση. [4]

Με αφορμή την επέτειο της θρυλικής πολιορκίας του Βάμου, σήμερα θυμόμαστε, προβληματιζόμαστε για ολόκληρη την ιστορική πορεία των σχετικών γεγονότων και αναζητούμε τα δικά μας διδάγματα από τη σχετική επέτειο.  

Τα γεγονότα

Παρασκευή 3 Μαΐου 1896, αρχίζουν τα γεγονότα στην περιοχή της Λιτσάρδας και καταγράφονται οι πρώτοι πεσόντες στην περιοχή του Βάμου και του Φρε.

Σάββατο 4 Μαΐου αρχίζει η πολιορκία περισσότερων από 1000 Τούρκων στο Διοικητήριο , οι Χριστιανοί ανοίγουν τις φυλακές, καταλαμβάνουν το τουρκικό αρτοποιείο . Στη συνέχεια ενισχύονται  από Αποκορωνιώτες, Σφακιανούς, Κυδωνιάτες και Ρεθυμνίους, λιγοστεύουν όμως τα πυρομαχικά και τα τρόφιμα.  Οι επαναστάτες βομβαρδίζονται από το φρούριο του Ιτζεδίν, ενώ οι Τούρκοι προσπαθούν να προσεγγίσουν από Καλύβες . Παράλληλα τουρκικά  πλοία προσορμίζουν στις Καλύβες, ενώ από το Λουτρό οι Χριστιανοί προμηθεύονται όπλα σταλμένα από Αθήνα. Επαπειλούνται ταραχές στα Χανιά.

Κατά τις επόμενες ημέρες οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων αποπειρώνται τις πρώτες παρεμβάσεις ανεπιτυχώς. Αποστολή τοπικών βουλευτών πείθει τους πολιορκητές να επιτρέψουν στους στρατιώτες να αποχωρήσουν. Δεν ενημερώνονται εγκαίρως όλοι και η παρασπονδία σε βάρος των Τούρκων γίνεται αφορμή να αναζωπυρωθούν οι εχθροπραξίες  που κράτησαν συνολικά 16 ημέρες στο Βάμο, κατά τη μαρτυρία του Ιωσήφ Λεκανίδη και επεκτάθηκαν και σε όλη την περιοχή του νομού Χανίων.[5]

Κυριακή 12 Μαΐου, διενεργούνται σφαγές στα Χανιά[6], ενώ ενισχύονται οι  δύο εμπόλεμοι. Από Τσιβαρά και Πλάκα γίνονται κανονιοβολισμοί κατά των επαναστατών , ακολουθούν σφαγές στην επαρχία Κυδωνίας. Στον Τσιβαρά αποκρούονται οι Τούρκοι, ενώ στο Βάμο οι επαναστάτες τρυπούν τους τοίχους των σπιτιών και πλησιάζουν το φρούριο. Οι πολιορκητές αδείπνητοι. Ευρωπαϊκά πλοία στη Σούδα, έρχεται νέος  Τούρκος διοικητής  με στρατό.

Σάββατο 18 Μαΐου, σύσκεψη στους Αρμένους, επικίνδυνη εξασθένιση των επαναστατών , οι επαναστάτες υποχωρούν στην Κάινα, φονικές συγκρούσεις στο Βάμο, οι Τούρκοι αρχικά υποχωρούν.  Με ενισχύσεις από τις Καλύβες εισέρχονται στο Βάμο , τον οποίο καίουν, ενώ σημειώνονται μάχες και στα περίχωρα. Ώρα 5.30 το απόγευμα, οι Τούρκοι φεύγουν και οι επαναστάτες επιτίθενται, καίγεται και εγκαταλείπεται ο πύργος Χαλασέ, καίγεται το Διοικητήριο. Οι Χριστιανοί κυνηγούν τους Τούρκους προς Τσιβαρά.

Κυριακή 19 Μαΐου θρηνούν νεκρούς ο Βάμος καπνίζει ακόμη, ομαδικές κηδείες, μάζεμα λαφύρων , ρίψη νεκρών σε ομαδικούς τάφους, καθώς τα σκυλιά κατασπαράσσουν τα πτώματα. [7]

Δημοσιεύσεις σε ξένες  εφημερίδες ακόμη και αμερικανικές : «Κλέος και άφατος δόξα εις τα περικλεή ελληνικά όπλα» [8]. Γενικεύονται οι μάχες στο νομό Χανίων.

Ιούνιος Δρομόνερο, Κίσσαμο, 23.6. Μεγάλη σύσκεψη στο Φρε . Εκλέχθηκαν όσοι θα αντιπροσώπευαν την Μεταπολιτευτική Επιτροπή στην Εθνοσυνέλευση και η δεκαμελής επιτροπή, που θα επεξεργαζόταν το σχέδιο πολιτεύματος, που θα υπέβαλλαν στο σουλτάνο.

Ιούλιος πενθήμερη μάχη της Αλμυρίδας, με ναυτικές και νυκτερινές επιχειρήσεις. Η απελευθέρωση του λιμανιού της  είχε πολύ μεγάλη σημασία για τη συνέχιση του αγώνα και για το πέρασμα των επαναστατών στο Ακρωτήρι λίγους μήνες αργότερα. [9]

26 Ιουλίου συνάντηση των επαναστατών στο Τζιτζιφέ. Προφανώς η πολιορκία και η πυρπόληση του Βάμου δεν σήμαινε την κατάπνιξη της επανάστασης, γιατί καθώς είχε γράψει παλαιότερα ο Β. Ουγκώ «το δίκιο δεν καταπνίγεται. Κύματα γεγονότων το σκεπάζουν αλλά ξαναπροβάλλει…»

Πράγματι, τα γεγονότα που περιγράφτηκαν  συντέλεσαν στην εξάπλωση και παγίωση του αγώνα. Ολόκληρος ο νομός Σφακίων απελευθερώθηκε και το ισχυρότερο τουρκικό φρούριο της Κρήτης στο Βάμο καταστράφηκε, με αποτέλεσμα κατά το κρίσιμο 1897 οι επαναστάτες να κυκλοφορούν ελεύθερα σε μεγάλα τμήματα των περιοχών Χανίων – Ρεθύμνου.

30 Ιουλίου , 1 Αυγούστου η Πύλη αναζητεί  συνεννόηση με τους επαναστάτες μετά από παρέμβαση των Μ. Δυνάμεων. Η Μεταπολιτευτική Επιτροπή μετονομάζεται σε Επαναστατική συνέλευση. Εκλέγονται μέλη και πρόεδρος ο  Μανούσος Κούνδουρος.

22  Αυγούστου  λήγει η Μεταπολιτευτική επανάσταση, οι επαναστάτες αποδέχονται το νέο πολίτευμα της κρητικής αυτονομίας, διατηρείται όμως η  επαναστατική συνέλευση και κρατούν τα όπλα τους.

Ειδικά στην Ελλάδα τα γεγονότα στο Βάμο και οι μετέπειτα οι σφαγές στις κρητικές πόλεις με αποκορύφωμα αυτές στα Χανιά λειτούργησαν ως μοχλός κινητοποίησης των επιτροπών των Κρητών που ζούσαν εκεί για αποστολή εθελοντών και πολεμοφοδίων. Οι  φιλελληνικές  κινητοποιήσεις στις ευρωπαϊκές χώρες ενημέρωσαν την κοινή γνώμη και επηρέασαν τη διεθνή διπλωματία για κοινή παρέμβαση, που θα οδηγούσε στις μετέπειτα πρωτοβουλίες των Δυνάμεων για τερματισμό της οθωμανικής κατοχής.  [10]

Η πολιορκία αυτή σε ποιο ιστορικό πλαίσιο  τοποθετείται;

Οι απαρχές των γεγονότων  βρίσκονται στην περίοδο  1890 – 1895. Μετά την άκαιρη επανάσταση του 1889, που επιδείνωσε δραματικά τη θέση των Χριστιανών της Κρήτης και συντέλεσε στη διάδοση της μεταπολιτευτικής ιδέας. [11]  Το 1895, με δυσμενές διεθνές κλίμα για τους Τούρκους λόγω της αρμενικής σφαγής, πυροδοτήθηκαν  συσσωρευμένες  αντιτουρκικές δράσεις.  

 Το Σεπτέμβριο του 1895, σε πρώτη ένοπλη συνάθροιση στο Κλήμα ο Μανούσος Κούνδουρος διάβασε το Υπόμνημα  κι αφού εγκρίθηκε από τη λαοσύναξη, στάλθηκε στους προξένους των Δυνάμεων στα Χανιά. Λίγο μετά συγκροτήθηκε η Επιτροπή της Μεταπολίτευσης και άρχισαν οι μάχες στους Κάμπους και στον Αλίκαμπο, στον Κεφαλά, στις Βρύσες, στην Επισκοπή, Ρεθύμνου, στα Ρούστικα, στα Σελλιά. Παράλληλα διενεργούνται συγκεντρώσεις των αγωνιστών για λήψη αποφάσεων στο Φρε το Μαρτιο, στο Νίπος το Μάιο. Η πατριαρχική υπόδειξη για ειρήνευση, που επιχειρείται από τους τοπικούς επισκόπους αποκρούεται από το λαό, που στρέφεται αμέσως μετά στην  πολιορκία του Βάμου, που περιγράφτηκε. [12]

Η «τυχερή»  ονομασθείσα μεταπολιτευτική επανάσταση οδήγησε στην προσωρινή αυτονομία,[13] αν και την αποτυχία του νέου καθεστώτος επιθυμούσαν Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι της Κρήτης. Οι Τούρκοι αγνοούσαν όμως ότι τα γεγονότα λειτουργούσαν σε βάρος τους. Η ομόθυμος συμφωνία όλων των ηγετών[14] της Μεταπολιτευτικής επανάστασης για μετεξέλιξη του νέου καθεστώτος προς την ένωση ήταν βέβαιη. [15]

Πράγματι η προσωρινή συμφωνία αναιρέθηκε εκ των πραγμάτων και οδήγησε στη συγκρότηση του επαναστατικού στρατοπέδου του Ακρωτηρίου, στην πυροδότηση, δηλαδή, της επανάστασης του 1897, που με το κοινό και συλλογικό αίτημα της ένωσης  θα άνοιγε το δρόμο για το τέλος της οθωμανικής κατοχής  και την εγκαθίδρυση μιας ιδιότυπης αυτονομίας[16], κατ’ ουσίαν ευρωπαϊκού  προτεκτοράτου  με οθωμανική επικυριαρχία. [17]

Τι είχε οδηγήσει όμως στη προσωρινή έστω διεκδίκηση της αυτονομίας αντί της ένωσης; Σε όλο το 19ο αιώνα η υποστήριξη του επίσημου ελληνικού κράτους στις κρητικές επαναστάσεις δεν ήταν αυτονόητη, αφού η επίσημη πολιτική του ήταν η «άψογος στάση» προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το επιχείρημα της «άκαιρης» εξέγερσης και του ουτοπικού χαρακτήρα των αιτημάτων του Υπομνήματος του 1895 δικαιολογούσαν τις αντίστοιχες εκκλήσεις του Έλληνα πρωθυπουργού και του βασιλιά Γεωργίου για παύση της επανάστασης. [18] Ο προβληματισμός ήταν διαρκής για το στόχο της επαναστατικής κινητοποίησης:  «πρέπει να δεχθώμεν ως σταθμόν την αυτονομίαν ή πρέπει να επιζητήσωμεν  αμέσως την ένωσιν;»[19]

Η πρόταση περί αυτονομίας

Άλλωστε το  θέμα της αναζήτησης διπλωματικά εφικτής λύσης ως μεταβατικής στο Κρητικό Ζήτημα άρχισε από πολύ νωρίς. Η αυτονομία συζητήθηκε και στην επανάσταση του 1866. Η επιλογή επίσης της αγγλικής προστασίας ήταν ανοιχτή στο τραπέζι των συζητήσεων και τότε  [20] και κατά το 1878[21], το 1889[22], το 1892 και το  1895. Οι Μεγάλες Δυνάμεις έπαιζαν το δικό τους παιχνίδι και οι Κρητικοί θα ήταν πρόθυμοι να «δεχθώσιν την συνδρομήν και της Κίνας ακόμη προς βελτίωσιν της θέσεώς των.”[23]  Άλλοι όμως διατείνονταν ότι :  «προτιμώμεν χιλιάκις την τουρκικήν κυριαρχίαν από πάσης αγγλικής» [24]  και ο  Παρθένιος  Κελαϊδής, παρά τις κατά εποχές διαφοροποιήσεις της στάσης του, έγραφε ότι μία επιλογή προσάρτησης  της Κρήτης στην Αγγλία : «μόνο που θα μετέβαλε τα σαπισμένα δεσμά της Τουρκίας με τα χαλύβδινα και αδιάρρηκτα της Αγγλίας. Κατόπιν δε της τύχης των Κυπρίων (οι Κρητικοί) θα ήταν εντελώς ασυγχώρητοι» .

Το 1875 γύρω από το ρωσικό προξενείο διαμορφώθηκε η ομάδα των αυτονομιστών. Η ομάδα επέμεινε στην ανάγκη οργάνωσης του αγώνα στην Κρήτη ανεξάρτητα από τη θέση της Ελλάδας. Εμφανώς προκρινόταν  η λύση της ηγεμονίας[25], ενώ την ένωση επικαλέστηκαν οι Κρητικοί τόσο κατά το 1878[26] όσο και κατά το 1889, δίχως πιθανότητες υλοποίησης. [27]. Μετά τη σύμβαση της Χαλέπας[28], οπότε επιβλήθηκε καθεστώς «διαχειριστικής αυτονομίας», κατά το Νικόλαο Σταυράκη, η ιδέα της ηγεμονίας κέρδιζε έδαφος.

Πολύ περισσότερο το σχέδιο αυτό συνδέθηκε με την μετέπειτα επαναστατική κινητοποίηση του 1895, όταν ξέσπασε η Μεταπολιτευτική επανάσταση, που ξεκάθαρα διεκδικούσε αυτονομία, «μη αποκλειομένης όμως και της αμέσου ενώσεως μετά της Ελλάδος…», όπως έγραφε ο ίδιος ο Μανούσος Κούνδουρος στο Ημερολόγιό του[29], πολιτικός συνδεόμενος με την αγγλική πολιτική. [30]  

Η αυτονομία θα γινόταν πραγματικότητα λίγο αργότερα όταν οι Δυνάμεις υπό την πίεση των πραγμάτων και μάλιστα μετά την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στο νησί θα την αποδέχονταν ως χρυσή λύση και θα την επέβαλαν και στην Τουρκία, με το δικαιολογητικό της καθυστέρησης εφαρμογής των υπεσχημένων μεταρρυθμίσεων.[31]

Άνοιξε το δρόμο για την οριστική λύση

Ραγδαίες οι μετέπειτα εξελίξεις. Οι Κρητικοί επιζητούν την ένωση τον Ιανουάριο του 1897, όταν συγκροτείται το Επαναστατικό Στρατόπεδο Ακρωτηρίου. [32]  Τα γεγονότα που ακολούθησαν δεν επέτρεψαν  την υλοποίησή της μετά την ήττα της Ελλάδας στον πόλεμο, που θεωρήθηκε πράξη παραβίασης του διεθνούς δικαίου[33] .

Γι αυτό και πάλι στις 12 Αυγούστου 1897 η Συνέλευση των Κρητών[34] αποδεχόταν και επίσημα το καθεστώς της αυτονομίας με τον όρο να απομακρυνθούν τα οθωμανικά στρατεύματα από το νησί, πράγμα το οποίο υλοποιήθηκε μετά τις σφαγές του Ηρακλείου (Αυγ. 1898), παρά τον αρχικό ευρωπαϊκό δισταγμό  και παρά τις σοβαρές ενστάσεις της Πύλης. Ο τουρκικός στρατός αποχώρησε  ακολουθούμενος και από μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού πληθυσμού του νησιού.[35] Ο πρίγκιπας Γεώργιος αποβιβάστηκε στη Σούδα στις 9.12.1898, ενσαρκώνοντας την ελπίδα της επικείμενης ένωσης, που επρόκειτο να καθυστερήσει περισσότερο από όσο περίμεναν οι Χριστιανοί κάτοικοι του νησιού.

Για άλλη μια φορά επιβεβαιωνόταν ότι η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού. Για τους διπλωμάτες : «Το αίμα επλάσθη δια να χύνεται και τα συμφέροντα δια να μην βλάπτονται»[36] Παρόλα αυτά  σήμερα έχει αποδειχθεί ότι οι αποικιακοί ανταγωνισμοί στην εποχή της πρώτης παγκοσμιοποίησης, τυχαία γεγονότα και διεθνείς απόμακρες εξελίξεις στην Αφρική και στην Ασία, που συνιστούν την ιστορική «συγκυρία»,  οδήγησαν στο καθεστώς ευρωπαϊκής προστασίας της Κρήτης επηρεάζοντας περισσότερο τα πράγματα από ό τι οι μάχες στα Φάρσαλα και στο Δομοκό.   [37]

Πώς επιτεύχθηκαν όλα αυτά;

Προφανώς ο ανταγωνισμός των ισχυρών  σε όλη την υφήλιο λειτούργησε ως καταλύτης των εξελίξεων.  «Ο Εγγλέζος ήθελε ν’ αρπάξει της Σούδας το λιμάνι. Ο Φραντσέζος με τον Ιταλό ποθούσανε κι εκείνοι το λιμάνι, μα περισσότερο ήταν ο φόβος τους μήπως το πάρει ο Ελγγλέζος και βάλει μέσα τα καράβια του. Ο Μόσκοβος έκανε τον ομόπιστο, ήθελε να κλερονομήσει το παλιό Βυζάντιο»[38].  Στις πιο άγριες στιγμές των κρητικών επαναστάσεων και των σφαγών των αμάχων οι ξένοι παρατηρούσαν  αμέτοχοι. Οι Κρητικοί δημοσιογράφοι αναρωτιούνταν  «τίνα απολογίαν θα δώσωσιν απέναντι της ιστορίας, απέναντι της ανθρωπότητος, της οποίας κηρύσσονταν αναισχύντως υπέρμαχοι στρατιώται;»[39]  οι Ευρωπαίοι;

Την ίδια εποχή Ο Έλληνας υπουργός καταγγέλλει τη στάση των Μ.Δ. να καθυστερήσουν την αποβίβαση αγημάτων. Ο βρετανός πρωθυπουργός Salisbury απαντά: «Οι Χριστιανοί των Χανίων είναι εξίσου με τους Μουσουλμάνους υπεύθυνοι. Οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις συμπεριεφέρθησαν καλώς.»[40]; “ Un crime europeen” Ένα ευρωπαϊκό έγκλημα [41] Έγκλημα εκ προμελέτης, διαρκείας και επαναλαμβανόμενο, για να μας προκαλεί να εντοπίσουμε τις αναλογίες κατά εποχές αναζητώντας να διδαχθούμε από την ιστορία.

Κερδίζεται όμως η ελευθερία από τους μικρούς λαούς μόνο περιμένοντας τη διεθνή ιστορική συγκυρία ή τα ευεργετήματα της  διπλωματίας;  Οι εξεγέρσεις τους, επιβεβαίωνε ο Ελευθέριος Βενιζέλος υποκινούν τη διπλωματία. Αλλά οι εξεγέρσεις γίνονται από χιλιάδες ανθρώπους – πρωταγωνιστές των ιστορικών εξελίξεων. Είναι αυτοί που ματώνουν, κινδυνεύουν, θυσιάζονται. Είναι οι «κουζουλοί», που κάνουν αθάνατη την Κρήτη, όχι οι νοικοκυραίοι. [42]  Είναι αυτοί που δεν σκέφτονται τον εαυτό τους ούτε βάζουν την οικογένειά τους σε προτεραιότητα. Ο παπαΜαλέκος, ο Γιάννης ο Καλογερής, ο Κωνσταντίνος Μαλινός, ο παπά Γαβρίλης, ο Ιωσήφ Λεκανίδης και πλήθος άλλοι   βρέθηκαν στους τροχούς άλλοι ζωντανοί κι’ άλλοι νεκροί, για να κινήσουν τον ήλιο της δικαιοσύνης.

Φωτογραφίες και ζωγραφιές , όπως αυτές του Δημήτρη Κοκότση, μάς διέσωσαν τις ιερές μορφές  τους «με τις ατέλειωτες μουστάκες και τα γένια των προφητών της γραφής, τις αδρές φυσιογνωμίες και τα ασημοκαπνισμένα τους άρματα…»[43] Αυτοί οι άνθρωποι  τραβούσαν το χατζάρι κι ορμούσαν κατά των εχθρών.  Όταν οι αγώνες τελείωναν , δεν ζητούσαν τίποτε, ούτε θέση ούτε διάκριση. Τραβιούνταν  στο χωριό τους κι ζούσαν ήσυχα σαν όλους τους χωριανούς. «Γιάντα , Λευτεράκη, έκαμα το χρέος μου στην πατρίδα, όπως είχα υποχρέωση να το κάμω, πρέπει να πλερωθώ;» [44] ρωτούσε ο Σπύρος Καγιαλές, το 1927  το Βενιζέλο, που τον επισκέφτηκε στο σπίτι του και τον βρήκε άπορο και παράλυτο.

Τότε και σήμερα  

Φθάνουν όμως πάλι οι τολμηροί αγωνιστές για την ευόδωση των εθνικών ή των συλλογικών γενικότερα οραμάτων; Η ιστορία μας διδάσκει πως έχουν ανάγκη περισσότερη από σωστούς πολιτικούς καθοδηγητές και αρχηγούς σε όλες τις εποχές. «Νοός έχομεν ανάγκην και πίστευσε , ότι άνευ» [45]   ικανών πολιτικών η πατρίδα δεν είναι δυνατόν να ευημερήσει. έλεγε ο Χατζημιχάλης Γιάνναρης στις αρχές του αιώνα. Δεν φθάνουν τα ωραία κείμενα των καλαμαράδων ούτε οι ηρωικές θυσίες των αγνών αγωνιστών, για να γίνεται πράξη η δικαιοσύνη.  Εμπνευσμένο ιθύνοντα νου αναζητούμε και σήμερα , που θα μπορεί να αναζητά κατά περίπτωση «εφικτή λύση» χαράσσοντας όμως μακροπρόθεσμα εθνική στρατηγική.

Χωρίς τις κατάλληλες μεθοδεύσεις η Κρητική μεταπολιτευτική επανάσταση δεν θα οδηγούσε μακροπρόθεσμα στην ένωση. Όπως δεν ευοδώθηκε το Κυπριακό ενωτικό όραμα, θα μπορούσε να είχε ανασταλεί και η κρητική εθνική δικαίωση. Οι ιθύνοντες του κρητικού αγώνα, με βασικό πρωταγωνιστή τον Ελευθέριο Βενιζέλο διαχειρίστηκαν τις ατραπούς της διεθνούς διπλωματίας και μετέτρεψαν  το ευρωπαϊκό έγκλημα σε εθνική δικαίωση. Ασφαλώς η διεθνής συγκυρία έπαιξε καθοριστικό ρόλο, αλλά τις συγκυρίες αυτές μόνον ο ιθύνων νους μπορεί να τις διαγνώσει και να τις αξιοποιήσει, γνωρίζοντας πως ό τι συμβαίνει στο μικρό σολωμικό αλωνάκι της πατρίδας μας «δένεται με τα μεγαλύτερα συμφέροντα της ανθρωπότητας» , δένεται κατά το Σολωμό, «με το παγκόσμιο σύστημα.  Τοιουτοτρόπως από τη  μικρότητα του τόπου ο οποίος παλεύει  με μεγάλες ενάντιες δύναμες θέλει έβγουν οι μεγάλες Ουσίες»,  η Ελευθερία, η Ηθική, η Θρησκεία, η Πατρίδα.  [46]


[1] Ν. Καζατζάκης, Αναφορά στο Γκρέκο. Εκδόσεις Ελένης Ν. Καζαντζάκη. Αθήνα, σ. 108.

[2] Ν. Καζατζάκης, Αναφορά …, σ.  109.

[3] Ν. Καζατζάκης, Αναφορά …., σ. 110.

[4] «Υπάρχουν στιγμαί καθ’ ας η ιστορία των εθνών δεν είναι άλλο ή ποίησις και τοιαύτας στιγμάς διατρέχει το έθνος ημών σήμερον.», Ημερολόγιο του Ακρωτηριού, σ. 111- 115.

[5] Ι. Λεκανίδης, Αλληλογραφία της απελευθερωτικής επανάστάσεως της Κρήτης 1895 – 1898. Χανιά 1954, σ. 272 – 277.

[6] Το φαινόμενο ήταν συχνό. Σχετικά με τις μετέπειτα σφαγές, βλ. Στέλλα Αλιγιζάκη, «η πυρπόληση των Χανίων και οι σφαγές κατά των Χριστιανών το 1897», εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, 29.1.1997,  - 5.2.1997.

[7] Στυλιανός Πανηγυράκης, «Πολιορκία Βάμου, το χρονικό των πολεμικών γεγονότων»,  Στο Ν. Παπαδάκη (επιμέλεια), Αφιέρωμα στην επανάσταση του 1897. Χανιώτικα Νέα – Κοινωφελές Ίδρυμα Αγία Σοφία, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα,16.12.1997, σ. 49 / 9. 

[8] «Η Πολιορκία του Βάμου», δημοσίευμα από Ατλαντίδα Νέας Υόρκης 12.5.1896. Στο Ν. Παπαδάκη (επιμέλεια), Αφιέρωμα στην επανάσταση του 1897. Χανιώτικα Νέα – Κοινωφελές Ίδρυμα Αγία Σοφία, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα,23.12.1997, σ. 50 / 10. 

[9] «Μάχη της Αλμυρίδας», Στο Ν. Παπαδάκη (επιμέλεια), Αφιέρωμα στην επανάσταση του 1897. Χανιώτικα Νέα – Κοινωφελές Ίδρυμα Αγία Σοφία, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα,23.12.1997, σ. 55 / 15. 

[10] Ελευθερίου Πρεβελάκη, Η πολιορκία του Βάμου και οι διπλωματικές της συνέπειες. (1957)> για το συγγραφέα βλ. Στο Ν. Παπαδάκη (επιμέλεια), Αφιέρωμα στην επανάσταση του 1897. Χανιώτικα Νέα – Κοινωφελές Ίδρυμα Αγία Σοφία, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα,16.12.1997, σ. 44 / 4. 

[11] Σε αυτήν ανάγεται και η πρόσκαιρη ανάλογη κινητοποίηση του 1892 στα Σφακιά.

[12] Συνολική παρουσίαση περιληπτική της επανάστασης βλ. Στέλλα Αλιγιζάκη, Μεταπολιτευτική επανάσταση. Έκδοση του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αγία Σοφία, Αποκόρωνας 1996.

[13] Όπως έγραφε ο Βικτόρ Μπεράρ οι Κρητικοί «επιθυμούν πάντα την προσάρτηση και μένουν πιστοί στον ελληνισμό, κατάλαβαν» , όμως βραχυπρόθεσμα «ότι μόνο η αυτονομία είναι δυνατή την παρούσα ώρα». V. Berard, Kρητικές Υποθέσεις, οδοιπορικό 1899. Τροχαλία 1994,  σ 233.

[14] Ο ίδιος ο Μανούσος Κούνδουρος είχε ήδη ενταχθεί στην Εθνική Εταιρεία.

[15] Χ. Μπουρνάζος, «Επιλεγόμενα μιας επανάστασης και προλεγόμενα μιας άλλης», Στο Ν. Παπαδάκη (επιμέλεια), Αφιέρωμα στην επανάσταση του 1897. Χανιώτικα Νέα – Κοινωφελές Ίδρυμα Αγία Σοφία, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα,16.12.1997, σ. 57 / 17. 

[16] «Η νήσος παρακατατεθείσα εν έτει 1897 εις χείρας των Μεγάλων Δυνάμεων υπό του Σουλτάνου, κυβερνάται υπ’ αυτών ή μάλλον υπό των τεσσάρων εξ αυτών , μετά την εκ της ομοφωνίας αποχώρησιν Γερμανίας και Αυστρίας, ως επαρχία του τουρκικού κράτους  δι’ εντολοδόχου του Υπάτου Αρμοστού. Την επί της νήσου κυριαρχίαν ασκούσιν σήμερον οι τέσσαρες Μεγάλαι δυνάμεις...κατά το σύναγμα «χαρακτηρίζεται πολιτεία αυτόνομος αλλά η θέσπισις του συντάγματος δεν κατέστησε την αυτονομίαν πραγματικήν» έγραφε ο Ελ. Βενιζέλος το 1901.  Βλ. Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, «Κρήτη 1871-1913», το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000. Ελληνικά Γράμματα 2003, τ. 5 σ. 338.

[17] Καταγραφή για την εξέλιξη του Κρητικού Ζητήματος κατά την περίοδο 1871-1913, βλ. Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, «Κρήτη…» , σ. 327 – 342.

[18] Μ. Κούνδουρος, Ιστορικαί και Διπλωματικαί αποκαλύψεις, ιστορικά γεγονότα 1890 – 1923. Εν Αθήναις 1997,  σ.39, επίσης σχετική αλληλογραφία Βλ. Ζινευράκη – Λεκανίδου Μ. (εκδότρια), Εκ του αρχείου Ιωσήφ Γ. Λεκανίδου, σ. 31 και αλλού.

[19] Επιστολή του Βυζάντιου προς τον Παρθένιο Κελαϊδή. Βλ. Π. Κελαϊδής, Αρχιμανδρίτης Παρθένιος Κελαϊδής,πρωτουργός επανάστασης 1866 – 1869. Αθήνα 2001, σ. 252,  255

[20] Η ρήξη  Κ.  Βολουδάκη – Μ. Κόρακα και άλλων αγωνιστών των Δυτικών και Ανατολικών επαρχιών αντίστοιχα αναφερόταν και στο θέμα της  μεταβατικής αγγλικής προστασίας που επιζητούσαν  οι πρώτοι ή της ένωσης, που άτεγκτα υποστήριζαν οι δεύτεροι. Σχετικά βλ. Στέλλα Αλιγιζάκη, «Αν η ένωση είναι ανέφικτη…», Η αναζήτηση διπλωματικής λύσης για το κρητικό ζήτημα από τη μεγάλη κρητική επανάσταση έως την ίδρυση της κρητικής πολιτείας», στον τόμο  Μ. Ανδρουλιδάκης (επιμέλεια), Το Ηράκλειο και η Κρήτη από την τελευταία περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας ως την ένωση με την Ελλάδα 1866 – 1913. Ηράκλειο 2017, σ.  358 – 366.  

[21] Κ. Καλλιατάκη, Ελληνικός αλυτρωτισμός και οπθωμανικές μεταρρυθμίσεις. Εστία, 1988, σ. 262.

[22] Henri Couturier, Η Κρήτη: η θέσις αυτής..., σελ. 84. Ιωάννης Πικρός, «Πριν τον πόλεμο του 1897», στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, τ. ΙΔ, σ.  107.

[23] Παρθένιος Κελαϊδής Στ. Κελαϊδής, Ο Παρθένιος Κελαϊδής και η πολιτική αυτού αλληλογραφία 1854 – 1904. Εν Χανίοις 1930, σ.45-46

[24] Ιωάννης Πικρός, «Πριν τον πόλεμο του 1897» , Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, τ. ΙΔ,   σ.  107.

[25] Κ. Καλλιατάκη, Ελληνικός αλυτρωτισμός..., 260. Σχετική αλληλογραφία και του Παρθενίου Κελαϊδή.  Π. Κελαϊδής, Αρχιμανδρίτης..., σ. 63.

[26] Σχετικά βλ. Στέλλα Αλιγιζάκη, «Αν η ένωση είναι ανέφικτη…», σ. 361 – 363.  

[27] Την ίδια περίοδο διαψεύσθηκε και η ελπίδα αναίμακτης προσάρτησης της Κρήτης στην Ελλάδα  με γερμανική παρέμβαση κατά τους γάμους του Διαδόχου. Βλ. Henri Couturier, Η Κρήτη: η θέσις αυτής εξ απόψεως του διεθνούς δικαίου. Κατά μετάφρασιν Αρχιμ. Τιμοθέου Βενέρη. Ηράκλειον (εκ του τυπογραφείου «Η Ίδη», 1911, σελ. 87.                Σ. Παπαμανουσάκης, «Ο δρόμος προς την ένωση. Διαλεκτική της κρητικής ελευθερίας», στον τόμο 90 Χρόνια ... σ. 62, Γ. Γρυντάκης, «Οι αγώνες των Κρητικών ...», σ.417-418.

[28] Ευ. Κωφός, «Προβλήματα εφαρμογής της συνθήκης του Βερολίνου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΓ, σ. 357. 

[29] Μανούσος Ρ. Κούνδουρος, Ιστορικαί και διπλωματικαί αποκαλύψεις, ιστορικά γεγονότα 1890-1923. Εν Αθήναις 1997, σ. 13.

[30] «Γνωρίζω ότι η Κρήτη ανήκει εις την σφαίραν της αγγλικής επιρροής και ότι η έκβασις του προκειμένου αγώνος θα είναι ευνοϊκή, εάν η κυβέρνησίς του αποφασίση να εκδηλωθή υπέρ ημών»,[30]  ενώ παρασκηνιακές ενέργειες εξακολουθούν να γίνονται υπέρ της αγγλικής προστασίας, που δεν έχουν όμως επίσημη αναγνώριση. Τηλεγράφημα του Billiotti προς Salisbury, με ημερομηνία 10.6.1896 διαβεβαιώνει για επιστολή που στάλθηκε προς τη Μεταπολιτευτική επιστολή με πρόταση να τεθεί ανοιχτά θέμα αίτησης αγγλικής προστασίας. Βλ. Ζινευράκη – Λεκανίδου Μ. (εκδόττρια), Εκ του αρχείου Ιωσήφ Γ. Λεκανίδου, αλληλογραφίας της απελευθερωτικής επαναστάσεως της Κρήτης 1895-1898. Χανιά 1954, σ.13. Αντιθέτως οι Μεταπολιτευτικοί κατά καιρούς παρουσιάζονται δυσαρεστημένοι και από τη στάση και του Άγγλου πρεσβευτή, όπου παραπάνω ,σ. 198-200 και επιζητούν την ακριβή ενημέρωσή του., όπου παρ. σ.  339-340. Henri Couturier, Η Κρήτη: η θέσις αυτής... , σελ. 91.

[31] Γ. Παπαντωνάκης, Σελίδες συγχρόνου ιστορίας , το Κρητικόν Ζήτημα 1830-1912. Εν Αθήναις, 1931.

[32]Σχετικά με τα γεγονότα στο Επαναστατικό Στρατόπεδο Ακρωτηρίου βλ. Αντ. Σήφακας (επιμελητής έκδοσης),  Ημερολόγιον και Πρακτικά του Επαναστατικού Στρατοπέδου Ακρωτηρίου. Αθήναι 1953, Παπαμανουσάκης , 90 χρόνια...... σ. 63

[33] «Οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν αναγνωρίσει στην Ελλάδα «δικαίωμα επεμβάσεως δια φιλανθρωπικόν σκοπόν» και ως τέτοιος μπορούσε να εκληφθεί η σωτηρία των Χριστιανών που σφάζονταν με την ανοχή των παρόντων ευρωπαϊκών  στρατευμάτων».Henri Couturier, Η Κρήτη: η θέσις, σελ. 116. G. Streit, “La question cretoise au point de vue du droit international”, Revue Generale de droit international public, (ανάτυπο) , σ. 36-37. Ο Streit καταγγέλλει υπέρβαση των δικαιωμάτων και των Ευρωπαίων Ναυάρχων σε βάρος της Κρήτης.

[34] Είναι γνωστά όσα συνέβησαν στις Αρχάνες και η πραξικοπηματική λήψη απόφασης, βλ. Ν. Πετρουλάκης, « Τα προηγηθέντα της ένωσης, ο Βενιζέλος εκινδύνευσε»,  Εν Χανίοις, 2013.  

[35] Μ. Πεπονάκης, «Η τουρκοκρητική μετανάστευση του 1897-1899», Κρητολογικά Γράμματα, 14 (1998), σ. 246-267.

[36] Από άρθρο Κέλιε Μύννερ, αναδημοσίευση στο Στρατής Παπαμανουσάκης, «Η κρητική επανάσταση του 1897, τα γεγονότα στο νομό Χανίων»,  Στο Ν. Παπαδάκη (επιμέλεια), Αφιέρωμα στην επανάσταση του 1897. Χανιώτικα Νέα – Κοινωφελές Ίδρυμα Αγία Σοφία, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα,23.12.1997, σ. 51 / 11. 

[37] Γ. Μαργαρίτης, «Η Άντουα, το Οντουρμάν, η Φασόντα, τα Χανιά και το Ηράκλειο, η διεθνής συγκυία στη γέννηση της κρητικής πολιτείας», στον τόμο  Μ. Ανδρουλιδάκης (επιμέλεια), Το Ηράκλειο και η Κρήτη από την τελευταία περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας ως την ένωση με την Ελλάδα 1866 – 1913. Ηράκλειο 2017, σς. 484 – 489.

[38] Παντελή Πρεβελάκη, Κρητικός, το δέντρο, η πρώτη λευτεριά, η πολιτεία. Εκδόσεις Γαλαξία.  σ. 292

[39] Εφημερίδα Χανίων Λευκά Όρη σ. 2

[40] Πετρουλάκης Ν. , «Η σφαγή των Χανίων του 1897, Αποκαλυπτικά στοιχεία από τα αρχεία του Foreign Office» , Κήρυξ 22.1.1997, σ. 4.

[41] La dépêche de Tooulouse  R. MIlliex, Φιλελληνικές εκδηλώσεις στη Γαλλία το 1897 στο πλευρό της επαναστατημένης Κρήτης», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 1991, σ. 104 – 118, από τη σ.  108

[42]  http://www.tilestwra.com/33-vathistochasta-ke-sofa-apofthegmata-tou-megalou-nikou-kazantzaki. Αναλυτικά για τις απώλειες της Μεταπολιτευτικής επανάστασης βλ. Ι. Λεκανίδη, Αλληλογραφία…, σ. 277.

[43] Σπύρος Μελάς, «Ο καπετάνιος», Από την εφημερίδα Εστία 21.9.1951. Αρχείο οικογένειας Καλογερή. Στο Ν. Παπαδάκη (επιμέλεια), Αφιέρωμα στην επανάσταση του 1897. Χανιώτικα Νέα – Κοινωφελές Ίδρυμα Αγία Σοφία, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, Τρίτη 16.12.1997, σ. 55/15.

[44] Μανόλη Τσιγωνάκη, «Σπύρος Καγιαλές ή Καγιαλεδάκης, ένας πραγματικός πατριώτης και ήρωας», εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, 9.2.1996. Γενικότερα για τον Καγιαλέ, βλ. Στέλλα Αλιγιζάκη, «Το ιστορικό της επανάστασης του 1897», στο Η Κρητική επανάσταση του 1897, μνημείο Σπύρου Καγιαλέ 1897 – 1997, Έκδοση του Δήμου Χανίων, Χανιά 1997, σ. 17 – 56.

[45] Κείμενο του Χατζημιχάλη Γιάνναρη προς τον  Παρθένιο Κελαϊδή, σταλμένο από το Ταϊγάνιο Ρωσίας 26.7.1875, βλ. Πάρις Στ. Κελαϊδής (επιμέλεια), Αρχιμανδρίτης Παρθένιος Κελαϊδής, πρωτουργός επανάστασης 1866-1869. Αθήνα 2001, σ. 27.

[46] Δ. Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Στοχασμοί του Ποιητή.