Οι Έλληνες συνεχίζουν να επιδίδονται επίμονα στο κυνήγι του χαμένου θησαυρού - Στόχος τους να ανακαλύψουν κάποιον από τους αμύθητους θησαυρούς της εποχής των πειρατών, της Τουρκοκρατίας ή ακόμα της Κατοχής και του Εμφυλίου

Στο κυνήγι του χαμένου θησαυρού εν έτει 2019 συνεχίζουν να επιδίδονται επίμονα πάρα πολλοί Ελληνες ζώντας για τη στιγμή, που θα ανοίξουν το γεμάτο με λίρες σεντούκι. Ακολουθώντας θρύλους και το ένστικτό τους συνωστίζονται στις δημόσιες υπηρεσίες, υποβάλλουν δικαιολογητικά, για να εξασφαλίσουν την πολυπόθητη άδεια, με την οποία θα μπορέσουν να σκάψουν νόμιμα στην ελληνική επικράτεια. Στόχος τους να ανακαλύψουν κάποιον από τους αμύθητους θησαυρούς της εποχής των πειρατών, της Τουρκοκρατίας ή ακόμα της Κατοχής και του Εμφυλίου, που θρυλείται ότι “αναπαύονται” κάπου στην ελληνική γη περιμένοντας την σκαπάνη ή τον ανιχνευτή χρυσού να τον φέρει στο φως.

Στα χρόνια της κρίσης χορηγήθηκε ένας πολύ μεγάλος αριθμός αδειών ανεύρεσης κρυμμένων θησαυρών από τις αρμόδιες υπηρεσίες με τον αριθμό των σχετικών αιτημάτων, που εκκρεμούν, να είναι ιδιαίτερα μεγάλος, αφού η “αθάνατη” γραφειοκρατία του ελληνικού Δημοσίου δεν εξαιρεί τους θησαυρούς. Στο πλαίσιο αυτό, την περασμένη Παρασκευή εγκρίθηκε από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας-Θράκης η “επέμβαση επί ιδιωτικής-δασικού χαρακτήρα-έκταση” στην περιοχή του Χορτιάτη “για ανεύρεση κρυμμένου θησαυρού” από 8 ενδιαφερόμενους. Η ανασκαφή σε έκταση, που δεν θα υπερβαίνει τα 20τμ, θα διαρκέσει 5 μέρες ενώ η αποκατάσταση του χώρου 2 μέρες.

Νωρίτερα είχε χορηγηθεί από την ίδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση άδεια σε 5 άτομα για την ανεύρεση θησαυρού στο νομό Δράμας. Ως μέλη της επιτροπής για την παρακολούθηση και την εποπτεία των εργασιών έρευνας και ανασκαφής στη συγκεκριμένη περίπτωση ορίστηκαν οι προϊστάμενοι της Κτηματικής Υπηρεσίας, της Δ.Ο.Υ, και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δράμας, ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος και ο δασάρχης. “Αν τυχόν βρεθεί θησαυρός θα περιγραφεί με λεπτομέρεια και θα καταμετρηθεί από την επιτροπή και τους καταδείκτες. Για το λόγο αυτό θα συνταχθεί πρωτόκολλο, που θα υπογραφεί επί τόπου από την επιτροπή και τους καταδείκτες και αμέσως ο θησαυρός θα κατατεθεί στο πλησιέστερο υποκατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδος. Ευνόητο είναι εφόσον βρεθούν αντικείμενα αρχαιολογικής αξίας θα παραδοθούν στην αρχαιολογική υπηρεσία”, αναφέρεται στη σχετική απόφαση.

Δείτε εδώ τη σχετική απόφαση για χορήγηση άδειας

Αντίστοιχες άδειες για ανεύρεση θησαυρού από ιδιώτες έχουν χορηγηθεί μέσα στο καλοκαίρι, μεταξύ άλλων περιοχών, στην κοινότητα Ελαιώνα του δήμου Σερρών, στην Ευκαρπία του δήμο Παύλου Μελά, στο Μελενικίτσι του δήμου Ηράκλειας Σερρών, στον οικισμό “Θεοδοσία” του δήμου Κιλκίς, στο δήμο Εορδαίας, στο δήμο Νάουσας, στην κοινότητα Αγίου Δημητρίου του δήμου Παλαμά Καρδίτσας.

Η χορήγηση των συγκεκριμένων αδειών πραγματοποιείται βάσει νόμου του 1934, “Περί χορηγήσεως αδείας προς ενέργειαν ανασκαφών δια την ανεύρεσιν θησαυρού”.
Σύμφωνα με τη νομοθεσία, δίνεται η δυνατότητα έρευνας για κρυμμένους θησαυρούς σε στεριά, λίμνες αλλά και θάλασσα. Χαρτονομίσματα, αργυρά και χρυσά νομίσματα και “άλλα οιασδήποτε αξίας τιμαλφή πράγματα” μπορούν να ανακαλυφθούν από τους πολίτες, με το 50% της αξίας του θησαυρού να αποτελεί την καθορισμένη από το Δημόσιο αμοιβή τους σε περίπτωση ανεύρεσης του. Το σημείο της ανασκαφής είναι προσδιορισμένο επακριβώς, η διαδικασία έχει ορισμένη χρονική διάρκεια και οι εργασίες μπορεί να εκτελεστούν με χειρωνακτικά μέσα ή σκαπτικά μηχανήματα, όχι όμως με εκρηκτικές ύλες. Στην περίπτωση δε, που εντοπιστούν αρχαιότητες(κινητά μνημεία ή ακίνητα) οι εργασίες διακόπτονται αμέσως, όπως προβλέπεται στη σχετική νομοθεσία.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι Ελληνες “Ιντιάνα Τζόουνς” πριν ξεκινήσουν να σκάβουν καλό θα ήταν να έχουν κατά νου τη γνωμοδότηση 173/2014 του Α΄ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Γνωμοδότηση, που εκδόθηκε ύστερα από ερώτημα εταιρείας, που είχε καταθέσει αίτηση για άδεια ανεύρεσης των “200.000 χρυσών γαλλικών φράγκων σε συσκευασία 8 ξυλοκιβωτίων” της Γαλλικής κυβέρνησης, που περί το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου “αποθηκεύτηκαν προσωρινά σε δημόσιο κτήμα και συγκεκριμένα σε αστικό χώρο προαστίου της Θεσσαλονίκης, μέχρι την ομαλοποίηση της τότε επικρατούσας κατάστασης”.

Κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος:

“Α. Ως κρυμμένος θησαυρός που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αίτησης άδειας ανεύρεσης, κατά τις διατάξεις του ν. 6133/1934,χαρακτηρίζονται τόσο τα ειδικά αναφερόμενα σ’αυτές πράγματα (χαρτονομίσματα οποιασδήποτε Επικράτειας, χρυσά ή αργυρά νομίσματα), αλλά και άλλα οποιασδήποτε αξίας τιμαλφή πράγματα, επί των οποίων, κατά λογική πιθανολόγηση, το Ελληνικό Δημόσιο φέρεται να έχει αποκτήσει δικαίωμα είτε από τον πόλεμο( π.χ. ως διάδοχο κράτος) είτε από οποιασδήποτε άλλη νόμιμη αιτία(π.χ. δωρεά εν ζωή ή αιτία θανάτου, πώληση, κληρονομική διαδοχή, χρησικτησία κλπ.). Ο κατά τα ανωτέρω θησαυρός μπορεί να είναι κρυμμένος είτε σε δημόσιο είτε σε ιδιωτικό ακίνητο. Στην περίπτωση αιτήματος για τη χορήγηση άδειας ανεύρεσης δημόσιου θησαυρού σε ιδιωτικό ακίνητο απαιτείται επιπλέον και η συναίνεση του ιδιοκτήτη του ακινήτου. Συνεπώς εάν ο κατόπιν αδείας του ν. 6133/1934 ευρεθείς κρυμμένος θησαυρός αποδειχθεί ότι δεν ανήκει στο Δημόσιο, θα τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 1093 ΑΚ που ορίζουν ως συγκύριους του θησαυρού τον ευρέτη αυτού και τον κύριο του ακινήτου όπου ο θησαυρός ήταν κρυμμένος.

Β. Στην περίπτωση κατά την οποία ο κύριος του υπό αναζήτηση κρυμμένου αντικειμένου δεν είναι άγνωστος αλλά άλλο – πλην του Δημοσίου – γνωστό πρόσωπο και το κινητό πράγμα είναι κρυμμένο σε δημόσιο ακίνητο, τότε εφαρμογή έχουν οι διατάξεις για την εύρεση απολωλότος.

Γ. Ως καταδείκτες, κατά τις διατάξεις του ν. 6133/1934, νοούνται τόσο τα φυσικά όσο και τα νομικά πρόσωπα και, κατά συνέπεια, είναι δυνατή η χορήγηση άδειας για ανεύρεση κρυμμένου θησαυρού σε εταιρία”.