«Η πολιτική είναι διαχείριση συμβόλων», είχε πει ο Φρανσουά Μιττεράν.  Από αυτή την άποψη, η δουλειά της Επιτροπής «Ελλάδα 2021» δεν ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς.

Η Επιτροπή προκάλεσε αρχικά δυσπιστία στο ευρύ κοινό με την επιλογή του λογοτύπου της. Ποια χώρα θα γιόρταζε την επέτειο της ανεξαρτησίας της με λογότυπο στο οποίο δεν εμφανίζεται η σημαία της και τα εθνικά της χρώματα;

Για ένα μεγάλο διάστημα δεν παρήγαγε η Επιτροπή τίποτα περισσότερο από αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα – συχνά «σημεία αντιλεγόμενα», όπως τα σχόλια του Κοραή πάνω στο πρώτο μας Σύνταγμα.

Προ ημερών είχαμε το περιστατικό που προκάλεσε τις περισσότερες αντιδράσεις του κοινού ως σήμερα: το χαρακτηρισμό του Καποδίστρια ως δικτάτορα, με ανάρτηση αποσπασμάτων παλαιότερου κειμένου του Αριστείδη Χατζή στον επίσημο λογαριασμό twitter της Επιτροπής.

Επρόκειτο βέβαια για ένα χαρακτηρισμό ανιστόρητο: Δεν μπορεί κανείς να αξιολογεί προσωπικότητες κάποιας εποχής,  με τα κριτήρια και την ορολογία κατοπινότερων αιώνων.

Κατά τον αναστοχασμό μας των 200 τελευταίων χρόνων πρέπει πράγματι να συζητήσουμε όλες τις ιδέες και όλες τις απόψεις. Όμως δεν είναι δυνατόν στα πρώτα εκπεμπόμενα μηνύματα της Επιτροπής να απαξιώνονται ή να παραβλέπονται οι βασικές αρχές, αξίες και πεποιθήσεις της πλειοψηφίας των πολιτών. Η «Επιτροπή Ελλάδα 2021» δεν είναι φόρουμ ακαδημαϊκού διαλόγου – έχει θεσμικό ρόλο και πρέπει να απευθύνεται στο σύνολο της κοινωνίας. Να «διαχειρίζεται τα σύμβολα».

Υπάρχουν δυο προβλήματα με την Επιτροπή:

Το πρώτο είναι ότι τα μηνύματα που εκπέμπει ως τώρα φαίνεται να έχουν έντονο ιδεολογικό φορτίο συγκεκριμένης κατεύθυνσης. Μιας κατεύθυνσης μάλιστα που έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα της πλειοψηφίας των Ελλήνων και με το χαρακτήρα της ίδιας της Επανάστασης του 1821. Οι Έλληνες έχουμε σαφή εθνική ταυτότητα, με ιδιαίτερα συλλογικά χαρακτηριστικά, τα οποία συμπεριλαμβάνουν και την ορθόδοξη χριστιανική πίστη της πλειοψηφίας. Οι πολίτες έχουν αποδείξει ότι θέλουν η ταυτότητα αυτή να εκφράζεται στο δημόσιο βίο και στη συγκρότηση της Πολιτείας. Για αυτό και διαδοχικά φιλελεύθερα Συντάγματα, συμπεριλαμβανομένου του προσφάτως αναθεωρηθέντος, επιτυγχάνουν μια θαυμαστή σύνθεση επιφανειακά αντικρουόμενων στόχων: της προστασίας των δικαιωμάτων του ατόμου από τη μια, και της έκφρασης της συλλογικής ταυτότητας του Έθνους από την άλλη. Δεν υπάρχει καμμία ένδειξη ότι οι Έλληνες έχουν πρόθεση από εδώ και πέρα να αλλάξουν την ισορροπία αυτή, ούτε υπάρχει και κάποιος «επιστημονικός» τρόπος να αποδειχθεί ότι θα έπρεπε!

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι η Επιτροπή συχνά εμφανίζεται να επιδιώκει κατά κάποιο τρόπο να ποδηγετήσει την ελληνική κοινωνία.

Ο ρόλος της όμως δεν είναι αυτός. Στις δημοκρατίες τις στρατηγικές κατευθύνσεις τις δίνουν οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις στη βάση του προγράμματός τους, και κανείς άλλος. Μάλιστα στο σύγχρονο κόσμο, κι αυτές ακόμα οι εκλεγμένες κυβερνήσεις, που διαθέτουν την νομιμοποίηση που τους δίνει η ψήφος του λαού, δίνουν μεν κάποιες στρατηγικές κατευθύνσεις, δεν κανοναρχούν όμως την κοινωνία με ηθικοπλαστικά κηρύγματα!

Πιστεύω ότι η εικόνα αυτή αδικεί την ίδια την Επιτροπή, η οποία συμπεριλαμβάνει προσωπικότητες αδιαμφισβήτητου κύρους, που εκφράζουν διάφορες σχολές σκέψης.

Η Επιτροπή θα πρέπει τάχιστα να …αναστοχασθεί το ρόλο και την πρακτική της. Δεν υπάρχει πλέον πολύς χρόνος για διορθωτικές ενέργειες. Θα πρέπει με λόγο καθαρό να δείξει ότι έχει πάρει το μήνυμα. Να εκφράσει την πλειοψηφία των Ελλήνων, που αρχίζει μάλιστα την περίοδο αυτή να ανακτά την εθνική της αυτοπεποίθηση. Να αποδείξει σε όλους εμάς που δυσπιστούμε ότι κάνουμε λάθος!

Μόνο έτσι θα καταφέρουμε να δώσουμε νόημα στην προετοιμασία για τον εορτασμό της μεγάλης μας επετείου.

Άρθρο στο thepresident.gr