Μία φράση που ακούμε συχνά είναι «είχα κάποιον/κάτι δεδομένο». Μία παραδοχή, στην οποία καταφεύγουμε προσπαθώντας να εξηγήσουμε την απώλεια κάποιου προσώπου/αγαθού. Είναι αυτό κάτι, που πράγματι συμβαίνει; Η απάντηση είναι ναι, όπως, λίγο-πολύ, όλοι θα έλεγαν. Τα πραγματικά ερωτήματα, όμως, από κει και πέρα, είναι, γιατί (εξακολουθεί να) συμβαίνει αυτό και πώς θα μπορούσε να αλλάξει;

Οι απαντήσεις στο γιατί είναι, κατά βάση, τρεις και προκύπτουν από την ανθρώπινη φύση. Η πρώτη, είναι μία έννοια, με πολλές προεκτάσεις στην ανθρώπινη συμπεριφορά, η γνωστική οικονομία. Η γνωστική οικονομία αφορά την ασυνείδητη προσπάθειά μας να επεξεργαζόμαστε πληροφορίες και να διεκπεραιώνουμε υποθέσεις με το λιγότερο κόπο, προς εξοικονόμηση ενέργειας. Η τάση να θεωρούμε κάποια άτομα/αγαθά δεδομένα, λοιπόν, οφείλεται στο ότι προσπαθούμε έτσι να εξοικονομήσουμε γνωστικούς πόρους, σαν να αποδεχόμαστε ότι εκείνα είναι κατακτημένα και συνεπώς δεν απαιτούν περαιτέρω προσπάθεια. Ένα δεύτερο ανθρώπινο χαρακτηριστικό είναι η απληστία. Μπορεί αρχικά να ακούγεται ως κάτι πολύ κακό, ας σκεφτούμε όμως ότι, χωρίς αυτή, μάλλον θα ζούσαμε ακόμα σε σπηλιές, φορώντας δέρματα ζώων και τρώγοντας ό,τι τύχαινε να περισυλλέξουμε. Στην «απληστία», την μη ικανοποίηση με τα υπάρχοντα κεκτημένα - την τάση για συνεχή αναζήτηση καλύτερων, οφείλουμε κάθε μορφής πρόοδο. Ωστόσο, η απληστία συνεπάγεται και την (μερική;) εγκατάλειψη των ήδη κεκτημένων. Η οποία είναι πολύ πιο φυσική και αναπόφευκτη, από ότι ίσως σκεφτεί κανείς. Ένα απλό παράδειγμα – ένας ναυτικός που πάει να ανακαλύψει νέους τόπους αφήνει, έστω και προσωρινά, το σπίτι του – η αναζήτηση του καινούριου σχεδόν ποτέ δεν αφήνει (τον ίδιο) χώρο για το παλιό. Ειδικά σε συνδυασμό και με τη γνωστική οικονομία, ακόμα και αν υπάρχει αυτή η δυνατότητα, οι περισσότεροι θα επιλέξουν να την παρακάμψουν, προσπαθώντας ασυνείδητα να εξοικονομήσουν ενέργεια και γνωστικούς πόρους. Πέραν της προσπάθειας για εξοικονόμηση ενέργειας και της τάσης για συνεχή αναζήτηση του καλύτερου, η αντίληψη κάποιων πραγμάτων ως δεδομένων κι η υποτίμησή τους προσφέρει κι ένα τρίτο όφελος, την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης. Θεωρώντας κάτι κεκτημένο, κερδισμένο, αισθανόμαστε περηφάνεια που το κερδίσαμε. Κι αν, παράλληλα, το υποτιμήσουμε, αισθανόμαστε ότι είμαστε τόσο πλούσιοι & πλήρεις, σε σημείο που δεν το χρειαζόμαστε.

Όπως είναι λοιπόν κατανοητό, η τάση να θεωρούμε κάποια πράγματα δεδομένα μόνο παράλογη δεν είναι, ίσα ίσα έχει τρεις εύλογες ρίζες. Ωστόσο, δεν παύει να είναι προβληματική γιατί, εκτός των θετικών, έχει και κάποιες σημαντικές αρνητικές συνεπείες. Όπως εξήγησα παραπάνω, θεωρώντας κάτι δεδομένο, προσπαθούμε λιγότερο για αυτό, ώστε να εξοικονομήσουμε ενέργεια. Παρ’ όλ’ αυτά, όσο κι αν θα ήταν ιδανικό για μας, να εκμεταλλευόμαστε - διατηρούμε κάτι με ελάχιστη προσπάθεια, αυτό δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ. Προσπαθώντας λιγότερο, αντλούμε λιγότερα κέρδη από αυτό, ενώ είναι πολύ πιθανό και να το χάσουμε ολοκληρωτικά. Παράλληλα, αν συμβεί αυτό, η επίγνωση της προσωπικής μας ευθύνης θα κάνει πολύ πιο οδυνηρή την απώλεια.

Αντίθετα με τα θετικά της τάσης μας να θεωρούμε άτομα&αγαθά δεδομένα, που ελάχιστοι αναγνωρίζουν, τα αρνητικά τα ξέρουν και τα παραδέχονται σχεδόν όλοι. Επομένως, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι συνεχίζουμε και το κάνουμε αυτό επανειλλημμένα; Ο ένας λόγος είναι ότι είναι πολύ δύσκολο να αποκόψουμε πτυχές της φύσης μας από τη συμπεριφορά μας, ειδικά εφόσον μας επιφέρουν και κάποια ωφέλη, όσο κι αν δεν τα αντιλαμβανόμαστε συνειδητά. Επίσης, παίζει κι εδώ σημαντικό ρόλο η γνωστική οικονομία. Αφενός, χάριν αυτής, οι άνθρωποι σπάνια μπαίνουμε στη διαδικασία να σκεφτούμε ότι ίσως κάνουμε κάποιο λάθος, μέχρι να γίνουν εμφανέστατες οι επιπτώσεις του. Αφετέρου, ακόμα και τότε,  αποφεύγουμε τις μεγάλες αλλαγές, που απαιτούν πολλή σκέψη και προσπάθεια.

Εντούτοις, αυτή η αλλαγή δεν είναι, στην πραγματικότητα, τόσο δύσκολη, όσο άλλες παρόμοιες. Αρχικά, χρειάζονται δύο, πολύ απλές, ερωτήσεις. Η μία είναι «τι θέλω να πετύχω στη ζωή μου και ποιος/τι με βοηθάει προς αυτήν την κατεύθυνση;» και η δεύτερη «τι/ποιος με κάνει να θέλω να σηκωθώ από το κρεβάτι το πρωί και να πέφτω με αισθήματα χαράς και πληρότητας το βράδυ;». Μέσω αυτών, μπορούμε να εντοπίσουμε τα πολύτιμα άτομα κι αγαθά της ζωής μας, σε μακροπρόθεσμο και βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Από τη στιγμή που τα ξέρουμε, πρέπει να είμαστε ευγνώμονες που τα έχουμε (και να φερόμαστε ανάλογα), να προσπαθούμε, όσο περνάει από το χέρι μας, να τα διατηρήσουμε και να πάρουμε ό,τι καλύτερο έχουν να μας προσφέρουν. Έτσι, και πιο ωφελημένοι θα βγούμε από αυτά και, ακόμα κι αν κάποτε χαθούν (γιατί κι αυτό στη ζωή είναι), θα έχουμε καθαρή τη συνείδησή μας, κάτι πολύ χρήσιμο στη διαχείριση μιας απώλειας.

Γιώργος Σφακιανάκης
Ψυχολόγος